Go to Top

Συνέντευξη της Δάφνης Νικολίτσας, Επίκουρης Καθηγήτριας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Παρατηρητήριο για την Κρίση

Συμμερίζεστε τον κίνδυνο το τρέχον υψηλό ποσοστό ανεργίας να προσλάβει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, λόγω, κυρίως, της παρατεταμένης ύφεσης στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία και συνεπώς το ποσοστό ανεργίας να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, ανεξαρτήτως της οικονομικής συγκυρίας; Αν ναι, ποιές πολιτικές προτείνετε για να αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος;

Ελπίζω ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να σημειώνει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα τρίμηνα και θα εξέλθει από τη μακρόχρονη ύφεση.  Σε αυτή την περίπτωση και αν υλοποιηθούν οι αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, οι οποίες γενικά αποδίδουν με υστέρηση, εκτιμώ ότι το ποσοστό ανεργίας θα συνεχίσει να υποχωρεί.

Σε ένα περιβάλλον σταθερά θετικών και μη ασθενικών ρυθμών ανάπτυξης, ενδέχεται για τους νέους να μην είναι το ίδιο δύσκολο, όπως τα τελευταία χρόνια, να βρουν δουλειά.

Για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ωστόσο, τα οποία βρίσκονταν κοντά στη σύνταξη όταν έχασαν τη δουλειά τους, η εύρεση εργασίας θα εξακολουθήσει νομίζω να μην είναι εύκολη.  Για τα άτομα αυτά στοχευμένες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μέσω π.χ. τοποθετήσεων σε θέσεις υποστήριξης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στις οποίες πραγματικά υπάρχει ανάγκη – πρόγραμμα το οποίο εφαρμόστηκε με επιτυχία τα προηγούμενα χρόνια – θα ήταν μια κάποια λύση.  Ένα τέτοιο πρόγραμμα για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και μέχρι τα άτομα αυτά να συνταξιοδοτηθούν θα τους εξασφαλίσει τις απαραίτητες εισφορές προκειμένου να λάβουν κανονικά τη σύνταξή τους ενώ θα αμβλύνει και τις αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις από την έλλειψη εργασίας.  Η λύση αυτή αν και όχι η ιδανική, αφού θα συνοδευθεί από μείωση του εισοδήματος και σε αρκετές περιπτώσεις από αλλαγή επαγγέλματος, είναι καλύτερη από την εναλλακτική της ανεργίας για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Πώς κατά τη γνώμη σας θα επηρεασθούν οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας από τη σταδιακή αύξηση του κατώτατου μισθού, την οποία προτίθεται να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση;

Συνοπτικά η αντίδραση μου στην ερώτηση αυτή είναι αρνητική:  φοβάμαι πώς η αύξηση του μισθού χωρίς μεταβολές στην παραγωγικότητα προς την ίδια κατεύθυνση θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας.  Μεταβολή του μισθού χωρίς μεταβολή στο οριακό προϊόν της εργασίας θα σήμαινε είτε ότι βρισκόμασταν είτε ότι θα βρεθούμε σε ανισορροπία.  Με ποσοστό ανεργίας κοντά στο 25% βρισκόμαστε βέβαια σε ανισορροπία και ίσως ένα εύλογο ερώτημα είναι αν οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί, όπως έμμεσα υπονοεί ο προγραμματισμός της κυβέρνησης για αύξηση των κατώτατων μισθών, γιατί δεν δραστηριοποιούνται περισσότερες νέες επιχειρήσεις;  Χαρακτηριστικά αναφέρω εδώ ότι το 2014 ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων με προσωπικό είναι κατά 38% χαμηλότερος από το αντίστοιχο μέγεθος το 2008 ενώ ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων χωρίς προσωπικό περιορίστηκε κατά πολύ λιγότερο (7,5%).

Σε έρευνες πεδίου που διεξήχθησαν εκτός Αττικής πριν από την κρίση (2006-7) σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων εμφανίζεται να δυσκολεύεται να καταβάλλει τον κατώτατο μισθό.  Αν αυτό συνέβαινε όταν ο κατώτατος μισθός ήταν περίπου 630 ευρώ το μήνα για 14 μήνες (ή εναλλακτικά 735 ευρώ για 12 μήνες) και το ΑΕΠ ήταν, σε σταθερές τιμές, 30% υψηλότερο από ό,τι το 2014, τι θα συμβεί σήμερα αν ο κατώτατος μισθός αυξηθεί στα 751 ευρώ για 14 μήνες (ή εναλλακτικά 876 ευρώ για 12 μήνες) από 586 ευρώ για 14 μήνες (ή εναλλακτικά 684 ευρώ για 12 μηνιαίες καταβολές) που είναι σήμερα;

Ο προσδιορισμός του ύψους του κατώτατου μισθού είναι βέβαια πολύ δύσκολη υπόθεση και στις περισσότερες χώρες γίνεται εκ των προτέρων συστηματική διερεύνηση για τις πιθανές επιπτώσεις της μεταβολής του.  Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα του κατώτατου μισθού ως μέσο αναδιανομής του εισοδήματος έχει αμφισβητηθεί: άλλοι τρόποι αναδιανομής (π.χ. επιδόματα σε άτομα με χαμηλό εισόδημα, ελάχιστα εγγυημένο εισόδημα κ.λπ.) θεωρούνται περισσότερο αποτελεσματικοί τρόποι, καθώς δεν οδηγούν σε αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση.  Και εδώ νομίζω βρίσκεται μια “παρεξήγηση“: σε πολλά θέματα οικονομικής πολιτικής υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στην κοινωνική πολιτική του κράτους, την κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης και τη διαχείριση της επιχείρησης.  Φυσικά οι επιχειρήσεις έχουν κοινωνική ευθύνη αλλά είναι δύσκολο να επωμισθούν την υλοποίηση της κοινωνικής πολιτικής του κράτους.

Ένας εύκολος τρόπος για να δούμε, αν σε γενικές γραμμές, το επίπεδο του κατώτατου μισθού είναι περίπου σωστό θα ήταν να εξετάσουμε αν η απόκλιση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα από τον κατώτατο μισθό σε άλλες χώρες συνάδει με την απόκλιση της παραγωγικότητας (προϊόν ανά ώρα εργασίας). Χρησιμοποιώντας αυτόν τον “κανόνα” βλέπουμε ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα υπερβαίνει τον αντίστοιχο της Πορτογαλίας, με την οποία μπορούμε να θεωρηθούμε ανταγωνίστριες, κατά περίπου 12% ενώ έχουμε την ίδια περίπου παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας.  Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα υπολείπεται του κατώτατου μισθού στην Ισπανία κατά 4% ενώ η παραγωγικότητα υπολείπεται κατά περίπου 30%.  Μόνο συγκρινόμενοι με τη Γαλλία, με την οποία ωστόσο δεν είναι σαφές αν είμαστε ανταγωνιστές, είναι η απόκλιση του κατώτατου μισθού υψηλότερη από ό,τι η απόκλιση της παραγωγικότητας (48% χαμηλότερος ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα ενώ η παραγωγικότητα 42% χαμηλότερη).  Η σύγκριση αυτή ωστόσο αγνοεί το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα μεταβάλλεται με την προϋπηρεσία (μέχρι 9 χρόνια προϋπηρεσίας).  Δεδομένου ότι το 2014 η μέση προϋπηρεσία των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα ήταν 12,5 έτη φαίνεται ότι ο σχετικός κατώτατος μισθός δεν είναι 586 ευρώ αλλά 762 ευρώ.

Τα παραπάνω δεν υπεισέρχονται ούτε σε συγκρίσεις του κατώτατου μισθού με το κόστος ζωής ούτε αγγίζουν το θέμα της μη καταβολής των νόμιμων αμοιβών από τους εργοδότες.

Αμοιβές και κόστος ζωής, φυσικά δεν μπορούν να παρεκκλίνουν κατά πολύ καθώς το ένα μέγεθος διαμορφώνει το άλλο αλλά η σύγκριση αυτή προσδίδει στον κατώτατο μισθό διαφορετικό ρόλο από αυτόν που διαδραματίζει στις περισσότερες χώρες.  Ο κατώτατος μισθός έχει στόχο να αποτελεί ένα δίκτυ ασφαλείας και αφορά μικρό ποσοστό του πληθυσμού.  Στην Ελλάδα ο μισθός αυτός (και το κλαδικό του ισοδύναμο), με τις διακρίσεις ανάλογα με την προϋπηρεσία, εφαρμόζεται σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού.

Στις περισσότερες από τις χώρες που εφαρμόζουν το θεσμό του κατώτατου μισθού (εξαίρεση αποτελεί το Βέλγιο και η Ελλάδα μέχρι το 2012) το επίπεδο του κατώτατου μισθού προσδιορίζεται από την κυβέρνηση αφού όμως ληφθούν υπόψη οι εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων, ερευνητών κ.λπ κατά παρόμοιο τρόπο με αυτό που ίσως επιχειρεί τώρα να κάνει η κυβέρνηση.  Ο λόγος για τη συμμετοχή της κυβέρνησης στον προσδιορισμό του κατώτατου μισθού είναι ότι έχει σφαιρικότερη ιδέα των εξελίξεων στην οικονομία: ποσοστό ανεργίας, επίπεδο ανταγωνιστικότητας κ.λπ.

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, ιδίως τα τελευταία περίπου δύο χρόνια, η πλειονότητα των (έστω και περιορισμένων) νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται αφορούν σε κλάδους και ειδικότητες χαμηλής παραγωγικότητας, όπως στον τομέα του επισιτισμού. Μπορούν αυτές οι θέσεις εργασίας να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας βιώσιμης λύσης για την ελληνική αγορά εργασίας;

Οι κλάδοι χαμηλής παραγωγικότητας δεν μπορούν να αποτελέσουν βιώσιμη λύση για την ελληνική οικονομία.  Όμως οι κλάδοι που είναι τώρα χαμηλής παραγωγικότητας πρέπει και μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και ίσως αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος των επιχειρήσεων και του κράτους.  Το να προσφέρουμε π.χ. μόνο μαζικό τουρισμό δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συμβάλει σε διατηρήσιμη λύση ούτε του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας ούτε της αντιμετώπισης του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών.  Η βελτίωση της παραγωγικότητας δεν είναι εύκολη υπόθεση αλλά η Ελλάδα υπερτερεί έναντι ανταγωνιστριών χωρών καθώς έχει υψηλότερο ποσοστό εκπαιδευμένου εργατικού δυναμικού. Ασφαλώς θα πρέπει να στραφούμε και στην προώθηση της επιχειρηματικότητας σε κλάδους υψηλότερης παραγωγικότητας (π.χ. ιατρικές υπηρεσίες, σχεδιασμός λογισμικού, παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών κ.λπ.), οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν την εξωστρέφεια και ευρηματικότητα της οικονομίας.

Στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας προωθήθηκαν μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, προς την κατεύθυνση της απορρύθμισής της. Ενδεικτικά αναφέρονται η μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου που διέπει το καθεστώς των ατομικών και ομαδικών απολύσεων, καθώς και του συστήματος καθορισμού του κατώτατου μισθού.  Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήταν προς την σωστή κατεύθυνση;

Κατά τη γνώμη μου η συζήτηση τώρα θα έπρεπε να επικεντρωθεί στον τρόπο εφαρμογής των ρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και στην καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ εργαζόμενων και εργοδοτών. Το τελευταίο το θεωρώ σημαντικότερο από τις περισσότερες περιοριστικές διατάξεις που ακόμη υπάρχουν στη νομοθεσία. Ως προς το ρόλο του κράτους δηλ. των κυβερνήσεων στη λειτουργία της αγοράς εργασίας θεωρώ σκόπιμο πρώτον να σχεδιαστεί το κράτος-πρόνοιας και μετά να εξεταστεί η λειτουργία της αγοράς εργασίας για το λόγο που αναφέρθηκε και πιο πάνω: η κοινωνική πολιτική είναι καλύτερο να ασκείται από το κράτος και όχι από τις επιχειρήσεις.  Δύο κριτήρια που θα ήταν πιθανόν χρήσιμο να χρησιμοποιηθούν για την εξέταση της σκοπιμότητας και αποτελεσματικότητας των διατάξεων στην αγορά εργασίας ή γενικότερα των εκάστοτε (ad hoc ορισμένες φορές) παρεμβάσεων των κυβερνήσεων στην αγορά αυτή είναι τα εξής:

  •  πρώτον, αν αυτές απλώς προσφέρουν ένα πέπλο προστατευτισμού, απομονώνοντας τις επιχειρήσεις από το διεθνή ανταγωνισμό, το οποίο όταν αποσύρεται ανακαλύπτουμε ότι έχει καταστρέψει θέσεις εργασίας χωρίς να επιτρέψει τη δημιουργία άλλων.
  • δεύτερον, αν οι ρυθμίσεις/παρεμβάσεις αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολιτικούς σκοπούς και όχι για την προώθηση της ανάπτυξης τότε θα έπρεπε η απόφαση σχετικά με αυτές να ανατίθεται σε ανεξάρτητο θεσμό.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο ακόμη και η πλήρης απορρύθμιση της αγοράς εργασίας χωρίς πρόσθετες ενέργειες για την προώθηση της υγιούς επιχειρηματικότητας (άρση περιορισμών στην αγορά προϊόντων, περιορισμό της γραφειοκρατίας, δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων) δεν νομίζω ότι θα αποδώσει καρπούς.

Οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις προωθήθηκαν σε μια περίοδο δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Αυτό απετέλεσε και τη βάση κριτικής, σύμφωνα με την οποία πολιτικές απορρύθμισης της αγοράς εργασίας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης λειτουργούν προκυκλικά, επιτείνοντας τις επιπτώσεις της ύφεσης στην απασχόληση και στην ανεργία. Συμμερίζεστε την κριτική αυτή;

Η ελληνική οικονομική πολιτική βρέθηκε τα προηγούμενα χρόνια στη δυσάρεστη θέση να έχει να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα μιας πρωτοφανούς ύφεσης με ελλιπές κράτος-πρόνοιας.  Καθώς οι γενεσιουργές αιτίες της ύφεσης ήταν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, δομικές επιλέχθηκε να αντιμετωπιστούν αυτές με τα ανάλογα μέτρα με στόχο την προσέλκυση επιχειρηματικών επενδύσεων που θα δημιουργούσαν θέσεις εργασίας. Το ερώτημα κατά τη γνώμη μου πρέπει να επικεντρωθεί στο γιατί δεν τονώθηκαν οι επενδύσεις προκειμένου να επηρεαστούν θετικά οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας.  Εκτιμώ ότι κάποιες από τις απαντήσεις στο ερώτημα αυτό περιλαμβάνουν την εν γένει υστέρηση ανάμεσα στην εφαρμογή των μέτρων και στην απόδοση τους, δεύτερον στο ότι χρειάζονταν και περισσότερο τολμηρές αλλαγές στις αγορές προϊόντων και τρίτον, το ότι δεν είχε σταθεροποιηθεί το φορολογικό πλαίσιο.

Βασική επιδίωξη ορισμένων μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας, στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, ήταν η μείωση του μισθολογικού κόστους με απώτερο στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Θεωρείτε ότι ο στόχος επετεύχθη στον επιθυμητό βαθμό; Αν όχι, γιατί;

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία ανέκτησε σημαντικό μέρος της ανταγωνιστικότητας που είχε απολέσει στο διάστημα 2000-10.  Όπως έχει βέβαια ειπωθεί αρκετές φορές οι τιμές των προϊόντων δεν υποχώρησαν στην ίδια έκταση με το κόστος εργασίας επειδή οι επιχειρήσεις ήρθαν αντιμέτωπες με σημαντική μείωση της ζήτησης, περιορισμένη ρευστότητα και αυξημένα φορολογικά βάρη ενώ στα πρώτα χρόνια της υποχώρησης της ζήτησης οι στρεβλώσεις στη λειτουργία των αγορών προϊόντων είχαν ως αποτέλεσμα οι τιμές να μην υποχωρούν.

Η ευελιξία στην αγορά εργασίας και στην αγορά προϊόντων εκτιμώ ότι είναι σημαντική καθώς επιτρέπει σε μια οικονομία να μπορεί να ανταπεξέλθει σε μεταβολές της ζήτησης χωρίς να φέρει η απασχόληση το βάρος των μεταβολών.  Ωστόσο, εκτιμώ ότι για να αποδώσει η ευελιξία θα πρέπει να υπάρχουν σταθεροί και αξιόπιστοι θεσμοί (εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη, σταθερό και όχι τιμωρητικό φορολογικό πλαίσιο, υποστηρικτική δημόσια διοίκηση κ.λπ.), εμπιστοσύνη ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και εξωστρέφεια της οικονομίας (παρακολούθηση των διαφαινόμενων μεσοπρόθεσμων τάσεων στη ζήτηση, στις τεχνολογικές εξελίξεις κ.λπ.).

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων. Παράλληλα, στην Ελλάδα καταγράφεται ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά των νέων που δεν είναι σε καθεστώς εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης. Ποιες πρωτοβουλίες θα πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο για να αποφευχθεί η δημιουργία μιας “χαμένης γενιάς”;

Πράγματι, το 2014 το ποσοστό των νέων (15-29 ετών) που δεν απασχολούνται ούτε εκπαιδεύονται είναι σημαντικά υψηλότερο στην Ελλάδα (26,7%) σε σύγκριση με ότι συμβαίνει στην ΕΕ-28 (15,3%).  Η κατάσταση αυτή είναι ανησυχητική και αποτελεί εν μέρει παρενέργεια της κρίσης καθώς δεν συνέβαινε σε αυτή την έκταση πριν το 2008.  Αυτό το οποίο παρατηρούμε είναι ότι τα παιδιά δεν πηγαίνουν να σπουδάσουν καθώς αυτό μπορεί να έχει κόστος για την οικογένεια, η οποία έχει ήδη πληγεί από την ανεργία των ενηλίκων.  Έτσι ενώ αρκετές φορές εκτιμάται ότι η περίοδος μιας ύφεσης δεν πηγαίνει “χαμένη” επειδή τα άτομα αξιοποιούν το διάστημα κατά το οποίο δυσκολεύονται να βρουν εργασία για να επαυξήσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο στην κατοχή τους, παρατηρούμε ότι αυτό δεν έχει συμβεί στην Ελλάδα. Πρωτοβουλίες για να παρακολουθήσουν οι νέοι εκπαιδευτικά προγράμματα – στην επίσημη ή ανεπίσημη εκπαίδευση – θα συνέβαλαν στο να μη χαθεί η γενιά αυτή.  Τα προγράμματα αυτά θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από την αποτελεσματικότερη διαχείριση προγραμμάτων τα οποία ήδη πραγματοποιούνται (αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων χωρίς άνοδο του κόστους).

Έχει προταθεί η δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού συστήματος βασικής ασφάλισης έναντι της ανεργίας (Basic European unemployment insurance), το οποίο θα χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους και θα προσφέρει ένα ελάχιστο επίπεδο ασφάλισης του εργατικού δυναμικού έναντι του κινδύνου της ανεργίας, ενώ, παράλληλα, τα κράτη-μέλη με δικούς τους πόρους θα μπορούν να χρηματοδοτούν ένα πιο γενναιόδωρο σύστημα προστασίας των ανέργων. Τάσσεστε υπέρ ενός τέτοιου εγχειρήματος; Αν ναι, ποιες θεσμικές διευθετήσεις θεωρείτε απαραίτητες για την επιτυχία του;

Η πρόταση για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού συστήματος βασικής ασφάλισης είναι πρωτότυπη και θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τρόπο για να αντιμετωπίσουν τα κράτη τις βραχυχρόνιες διακυμάνσεις στο προϊόν, την απασχόληση και τα φορολογικά έσοδα δίνοντας και τα χρονικά περιθώρια για την αντιμετώπιση τυχόν διαρθρωτικών αρρυθμιών σε κάθε χώρα.  Από ό,τι καταλαβαίνω η ιδέα είναι ακόμη σε αρχική μορφή και υπάρχουν αρκετά θέματα που θα πρέπει να συζητηθούν και να διευκρινιστούν: ποια είναι η αποτελεσματικότητα του μέτρου στις ΗΠΑ όπου ήδη εφαρμόζεται μεταξύ πολιτειών (μικρή;), θα πρέπει να υπάρξουν εναρμονισμένες προϋποθέσεις για τη λήψη του επιδόματος ανεργίας, αντιστοιχία ανάμεσα στην εισφορά για την ασφάλιση κατά της ανεργίας αλλά και παρόμοιες ρυθμίσεις σχετικά με τις ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας (π.χ. ομαδικές απολύσεις).  Ενδεχόμενα, θα έπρεπε επίσης να εξασφαλιστεί ότι οι εγχώριοι πόροι που θα απελευθερώνονταν με τον τρόπο αυτό θα χρησιμοποιούνταν για την προώθηση αναπτυξιακών διαδικασιών.