Go to Top

Mαθαίνοντας για την Κρίση

1. Αγορά κεφαλαίων (Capital market)

Αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται αξιόγραφα και χρεόγραφα διάρκειας μεγαλύτερης του έτους.

2. Αγορά χρήματος (Money market)

Αγορές στις οποίες διαπραγματεύονται αξιόγραφα και χρεόγραφα διάρκειας μικρότερης του έτους.

3. Άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ή τεστ αντοχής (Stress test)

Τεχνική προσομοίωση κατά την οποία ελέγχεται, με την βοήθεια ανάλυσης ευαισθησίας (δηλαδή χρήσης διαφορετικών σεναρίων – συνήθως αρκετά δυσμενών) αν οι τράπεζες διαθέτουν κεφαλαιακή επάρκεια, προκειμένου να  μπορούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα την λειτουργία τους σε συνθήκες κρίσης στην χρηματοπιστωτική αγορά ή/και την οικονομία.

 

4. Βασιλεία Ι, ΙΙ & ΙΙΙ (BaselI, II&III)

Πρόκειται για επιτροπή, που συστήθηκε το 1974, από τους διοικητές δέκα κεντρικών τραπεζών με σκοπό τη βελτίωση των κανόνων εποπτείας του τραπεζικού συστήματος. Με την Βασιλεία Ι τέθηκαν συγκεκριμένοι περιορισμοί στα τραπεζικά ιδρύματα, όσον αφορά στη σχέση μεταξύ των κεφαλαίων τους και των στοιχείων του ενεργητικού τους, δηλαδή των δανείων που έχουν χορηγήσει και των χρηματοοικονομικών επενδύσεων που έχουν πραγματοποιήσει αλλά και των κινδύνων τους. Η Βασιλεία ΙΙ εστίασε στην πληρέστερη και διαφανή απεικόνιση των κινδύνων που αναλαμβάνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τέλος, με τη Βασιλεία ΙΙΙ ενισχύθηκαν οι απαιτήσεις, όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζικών ιδρυμάτων.

5. Δανειστής εσχάτης καταφυγής (Lender of last resort)

Η δυνατότητα δανεισμού  των εμπορικών τραπεζών από την κεντρική τράπεζα, όταν οι συμβατικοί τρόποι δανεισμού (διατραπεζική αγορά) ή άντλησης κεφαλαίων (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) δεν είναι δυνατοί.  Το ΔΝΤ μπορεί να λειτουργήσει ως δανειστής εσχάτης καταφυγής σε επίπεδο κρατών, όταν τα τελευταία δεν  μπορούν να αντλήσουν δανειακά κεφάλαια, μέσω της έκδοσης ομολόγων, όταν το κόστος δανεισμού τους είναι πολύ υψηλό.

6. Δευτερογενής αγορά ομολόγων (Secondary bond market)

Αγορά στην οποία γίνεται διαπραγμάτευση αγοραπωλησίας ομολόγων που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν.

7. Δομημένο ομόλογο (Collateralized debt obligations- CDOs)

Αποτελεί χρηματοπιστωτικό προϊόν τιτλοποίησης τιτλοποιημένων δανειακών υποχρεώσεων, όπως είναι τα ομόλογα και τα δάνεια. Ο φορέας ειδικού σκοπού δημιουργεί ένα «καλάθι» των εν λόγω στοιχείων, το οποίο μεταβιβάζει στους επενδυτές μέσω της έκδοσης ομολόγων. Στους επενδυτές του δομημένου ομολόγου καταβάλλονται πληρωμές που προκύπτουν από το εισόδημα που δημιουργείται από τις τιτλοποιημένες υποχρεώσεις. Ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία των δομημένων προϊόντων με εγγύηση στοιχεία ενεργητικού (Structured Asset Backed Security- ABS).

8. Εγγύηση καταθέσεων (Deposit guarantee)

Η διασφάλιση των καταθέσεων των αποταμιευτών, συνήθως έως ένα ανώτατο ποσό, σε περίπτωση που μια τράπεζα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

9. Έντοκο γραμμάτιο δημοσίου (Treasury bill)

Εκδίδονται για βραχυχρόνιο δανεισμό (συνήθως έως 12 μήνες) του δημοσίου από το επενδυτικό κοινό. Πρόκειται για τίτλο χαμηλού κινδύνου, καθώς ο τόκος προκαταβάλλεται, καθώς η αξία του τίτλου κατά την ημερομηνία έκδοσής του υπολείπεται αυτής της ημερομηνίας λήξης του, κατά το ποσό του τόκου.

10. Επιτόκιο (Interest rate)

Η απόδοση ενός τοκοφόρου περιουσιακού στοιχείου, όπως είναι το ομόλογο ή ένας καταθετικός λογαριασμός, εκφρασμένη ως ποσοστό επί του συνολικού επενδυμένου κεφαλαίου και η οποία, συνήθως, αναφέρεται σε ετήσια βάση.

11. Επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης (Main refinancing operations rate)

Το επιτόκιο με το οποίο δανείζει η κεντρική τράπεζα τις εμπορικές τράπεζες.

12. Εποπτεία τραπεζικού συστήματος (Supervision of banking system)

Πρόκειται για το θεσμικό πλαίσιο, τις εποπτικές αρχές και τις διαδικασίες ελέγχου του τραπεζικού συστήματος με στόχο την προστασία τόσο των καταθετών όσο και των τραπεζικών ιδρυμάτων, αλλά και τον περιορισμό-αντιμετώπιση του συστημικού κινδύνου και διακρίνεται σε μικροπροληπτική και μακροπροληπτική εποπτεία. Αντικείμενο της πρώτης είναι τα επί μέρους τραπεζικά ιδρύματα,  αξιολογώντας τους  κινδύνους που έχουν αναλάβει και εποπτεύοντας τη συμμόρφωσή τους με τους κανόνες που διέπουν το τραπεζικό σύστημα, ενώ αντικείμενο της δεύτερης είναι το τραπεζικό σύστημα ως σύνολο και κατά πόσο η λειτουργία του μπορεί να προκαλέσει έναν συστημικό κίνδυνο.

13. Εποπτικά κεφάλαια (Regulatory capitals)

Άμεσα ρευστοποιήσιμα κεφάλαια, που υποχρεούνται να διατηρούν οι τράπεζες, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

14. Ηθικός κίνδυνος (Moral hazard)

Ο κίνδυνος αλλαγής συμπεριφοράς των οικονομικών δρώντων, κυρίως των επενδυτών, εξαιτίας της προστασίας τους  από κάποιον κίνδυνο. Η συμπεριφορά τους, πιθανώς, να ήταν διαφορετική αν ήταν εκτεθειμένοι στον εν λόγω κίνδυνο.

15. Κερδοσκοπικό κεφάλαιο (Hedge fund)

Ιδιωτικό επενδυτικό ταμείο το οποίο διαχειρίζεται και ένα χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, που αποτελείται (συχνά) από υψηλού ρίσκου και απόδοσης χρηματοοικονομικά προϊόντα. Απευθύνεται σε θεσμικούς επενδυτές.

Σελίδα 1 από 3123