Go to Top

Συνέντευξη της Σίλβια Μερλέρ, τακτικής συνεργάτιδας στο ινστιτούτο Bruegel, στη Χριστίνα Βασιλάκη

Η αντιμετώπιση του προβήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι αναγκαία έτσι ώστε να ξεκινήσουν και πάλι οι τράπεζες να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία σημειώνει η Σύλβια Μέρλερ, ερευνήτρια στη δεξαμενή σκέψης Bruegel, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Παρατηρητήριο για την Κρίση. Αναφερόμενη στην επικείμενη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, η Σύλβια Μέρλερ, υπογραμμίζει πως θα συμβάλει στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης καταθετών και επενδυτών ωστόσο, για να γίνει αυτός ο στόχος εφικτός πιο σημαντική είναι επίλυση της αβεβαιότητας που κυριαρχεί στην Ελληνική πολιτική σκηνή.

Η τελευταία συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και την ΕΕ προβλέπει 10-25 δις για την ενδεχόμενη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Πιστεύετε ότι μία επιπλέον ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών είναι απαραίτητη;

Οι ελληνικές τράπεζες κρίθηκαν φερέγγυες και επαρκώς κεφαλαιοποιημένες κατά τον έλεγχο της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού τους (AQR) από την ΕΚΤ, έκτοτε όμως η πορεία της οικονομίας έχει επιδεινωθεί και το επίπεδο των μη-εξυπηρετούμενων δανείων έχει αυξηθεί, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση την υπόθεση περί φερεγγυότητας. Επιπλέον, η ποιότητα των κεφαλαίων κλονίζεται από την υπερβολική εξάρτηση των ελληνικών τραπεζών από τα όργανα αναβαλλόμεων φορολογικών απαιτήσεων.

 Ποιες ήταν οι επιπτώσεις των ελέγχων κεφαλαίων (capital controls) στις ελληνικές τράπεζες;

Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει μία σαφής εκτίμηση του κόστους σε αυτό το (σχετικά πρώιμο) στάδιο, καθότι θα έπρεπε να συνεκτιμήσουμε τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες επιπτώσεις (ως αποτέλεσμα του αντίκτυπού τους στην οικονομία και κατ’ επέκταση στα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια), πράγμα που είναι δύσκολο. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που έχει παραχωρήσει η Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια αφορούν το 2014, οπότε και παρατηρούνταν γενικότερη βελτίωση της κατάστασης υπό την έννοια ότι τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια εξακολουθούσαν να αυξάνονται σε σύγκριση με το 2013, αλλά με πιο αργό ρυθμό. Προσωπικά όμως δεν πιστεύω ότι αυτή η βελτίωση συνεχίστηκε και το 2015.

Πάσχουν οι ελληνικές τράπεζες από αφερεγγυότητα ή έλλειψη ρευστότητας; Αναμένετε κάποια εξυγίανση ή συγχώνευση;

Τα όρια ανάμεσα στην έλλειψη ρευστότητας και την αφερεγγυότητα είναι λεπτά και δυσδιάκριτα (όπως επίσης συνέβη και στην περίπτωση του ίδιου του ελληνικού κράτους). Οι ελληνικές τράπεζες σαφώς πάσχουν από έλλειψη ρευστότητας στην παρούσα φάση, λόγω του τραπεζικού πανικού που ξεκίνησε το καλοκαίρι και οδήγησε τελικά στη δικαιολογημένη επιβολή ελέγχων κεφαλαίων. Ωστόσο, η αύξηση των μη-εξυπηρετούμενων δανείων και η εκτεταμένη εξάρτηση από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω και τη φερεγγυότητά τους. Απ’ όσο θυμάμαι, μέχρι στιγμής δεν υπήρξαν ρητές συνομιλίες σχετικά με την εξυγίανση του κλάδου. Νομίζω ότι το αν πρόκειται όντως για ρεαλιστική πιθανότητα θα διαφανεί αφότου γνωστοποιηθούν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από την ΕΚΤ.

Υπάρχει η πιθανότητα ότι η ανακεφαλαιοποίηση θα παραβιάζει τους κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις;

Εφόσον υλοποιηθεί με βάση τα όσα έχουν συζητηθεί τους τελευταίους μήνες, δεν θα παραβιάζει τους κανόνες. Εάν η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ολοκληρωθεί πριν από τον Ιανουάριο του 2016, τότε οι κατευθυντήριες γραμμές παρέχονται από το τροποιημένο πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων. Το εν λόγω πλαίσιο προβλέπει ότι πριν από τη χορήγηση δημόσιων κεφαλαίων στις τράπεζες θα πρέπει να προηγηθεί κούρεμα του δευτερεύοντος χρέους, αλλά όχι αναγκαστικά και του επιπλέον χρέους. Το κούρεμα του κύριου χρέους δεν είναι υποχρεωτικό, παρόλο που ένα κράτος θα μπορούσε επί της αρχής να αποφασίσει να προβεί σε μια τέτοια κίνηση. Θεωρώ ότι πρέπει να περιμένουμε μέχρι να δημοσιοποιηθούν τα πραγματικά δεδομένα που θα προκύψουν από την αξιολόγηση της ΕΚΤ, προτού αποφανθούμε για το ποιο θα είναι το τελικό σχέδιο. Με βάση τα όσα έχουν συζητηθεί μέχρι τώρα όμως, πρόκειται εν πολλοίς για την εφαρμογή του μηχανισμού κρατικών ενισχύσεων σε συνδυασμό με την έντονη έμφαση στο γεγονός ότι οι ανασφάλιστες καταθέσεις θα παραμείνουν ανέπαφες. Μετά από τον Ιανουάριο του 2016, θα τεθεί σε ισχύ η οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση (BRRD), σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα κατά 8% επί του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από τη χορήγηση δημόσιων κεφαλαίων (επομένως είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συμπεριλάβει και το κύριο χρέος).

Ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών προκειμένου να ανακάμψει η εμπιστοσύνη στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα (τόσο των καταθετών όσο και των επενδυτών);

Όπως έχουμε δει, η εμπιστοσύνη -ιδίως στα τραπεζικά συστήματα- μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ασταθής, ανεξάρτητα από το επίπεδο της κεφαλαιακής επάρκειας (o έλεγχος της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού που διενεργήθηκε πέρυσι από την ΕΚΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τράπεζες ήταν λίαν επαρκώς κεφαλαιοποιημένες). Πιστεύω ότι μια σταθερή αύξηση του κεφαλαίου θα είναι σημαντική, μολαταύτα το σημαντικότερο στοιχείο προκειμένου να επιστρέψει η εμπιστοσύνη των καταθετών και των επενδυτών θα είναι η αντιμετώπιση της αβεβαιότητας που κυριαρχεί στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Τι πρέπει να γίνει στην πραγματικότητα ώστε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να είναι και πάλι σε θέση να χρηματοδοτήσει την πραγματική οικονομία;

Πιστεύω ότι, προκειμένου οι ελληνικές τράπεζες να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν και πάλι την πραγματική οικονομία, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των μη-εξυπηρετούμενων δανείων που βαραίνουν τους ισολογισμούς τους. Αυτό σχετίζεται εν μέρει με τις οικονομικές εξελίξεις (μια αναπτυσσόμενη οικονομία βοηθά στην αντιμετώπιση των μη-εξυπηρετούμενων δανείων και καθιστά τη μελλοντική τους συσσώρευση λιγότερο πιθανή). Προκειμένου να αντιμετωπιστούν όμως τα ήδη υπάρχοντα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια, η διάκριση ανάμεσα σε «καλές» και «κακές» τράπεζες θα μπορούσε σαφώς να αποδειχθεί χρήσιμη. Τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν στην περίπτωση του ισπανικού και του ιρλανδικού τραπεζικού συστήματος συμπεριέλαβαν αυτό το στοιχείο, παρόλο που τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ισπανικές και ιρλανδικές τράπεζες ήταν αρκετά διαφορετικά από αυτά που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ελληνικές τράπεζες.

Πώς θα μπορούσε λοιπόν να λειτουργήσει μία «κακή» τράπεζα;

Βασικά, και στις δύο περιπτώσεις (την ισπανική και την ιρλανδική) οι τράπεζες είχαν τη δυνατότητα να εκκαθαρίσουν τα ισοζύγιά τους μεταφέροντας τα κακά περιουσιακά στοιχεία τους στην αντίστοιχη κακή τράπεζα. Το πραγματικό πρόβλημα με τις κακές τράπεζες έγκειται στον τρόπο με τον οποίο θα διασφαλιστεί ότι δεν θα αποδειχθούν πολύ δαπανηρές για το κράτος, κάτι που ιδανικά θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν καταφέρετε να μεταπωλήσετε τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία σε μια αξιοπρεπή τιμή. Συνεπώς, οδηγούμαστε στο ζήτημα της κοστολόγησης (ποια είναι η πραγματική αξία ενός μη-εξυπηρετούμενου δανείου;), το οποίο έχει νευραλγική σημασία για την όλη διαδικασία.

Τέλος, το ταμείο ιδιωτικοποιήσεων θα συμπεριλάβει επίσης τις μετοχές που θα βρίσκονται στις ελληνικές τράπεζες ύστερα από την ανακεφαλαιοποίησή τους. Τι θα σημάνει αυτό στην πράξη για τις ελληνικές τράπεζες αλλά και για την ελληνική οικονομία;

Νομίζω ότι η δομή αυτού του ταμείου ιδιωτικοποιήσεων εξακολουθεί να είναι αρκετά ασαφής ώστε να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Πολλά θα εξαρτηθούν λοιπόν από τη δομή που αυτό θα έχει, καθώς και από το ποιοι θα είναι οι αγοραστές.