Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Αξιολόγηση με αστερίσκους

Ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 15 Απριλίου η αξιολόγηση του Ελληνικού Προγράμματος Προσαρμογής από την αποστολή της Τρόικας στην Αθήνα. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν διασφαλίζει την εκταμίευση της υπο-δόσης του Μαρτίου, ύψους 2.8 δισεκατομμυρίων, καθώς δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί το αναγκαίο «προαπαιτούμενο», δηλαδή η κατάρτιση οργανογραμμάτων ανά υπουργείο, με σαφώς προσδιορισμένους τριμηνιαίους στόχους για υποχρεωτικές αποχωρήσεις από το Δημόσιο, από τον Ιούνιο μέχρι το τέλος του 2014. Όπως επισημαίνεται στην κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν Κομισιόν, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «είναι πολύ πιθανόν ότι τα προαπαιτούμενα του Μαρτίου θα εκπληρωθούν στο άμεσο μέλλον, ώστε τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης να αποφασίσουν σύντομα την εκταμίευση του υπολοίπου της δόσης που εκκρεμεί από την προηγούμενη αξιολόγηση». Επιπλέον, η ανακοίνωση υπενθυμίζει ότι τα συμπεφωνημένα μέτρα για την περίοδο 2013-14, όπως η παράταση της πρόβλεψης για την είσπραξη του Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Επιφανειών μέσω της ΔΕΗ, δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί στο σύνολό τους, αλλά θεωρείται δεδομένο ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να τα υλοποιήσει.

Η Τρόικα τηρεί αμετάβλητες τις βασικές της προβλέψεις για την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών και αναμένει σταδιακή επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης από το 2014, χάρη σε μεταρρυθμίσεις που «αυξάνουν την ευελιξία στο μισθολογικό κόστος» και με πληθωρισμό «πολύ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης». Εντός προβλέψεων κινείται και η δυναμική του δημοσίου χρέους, αν και οι ελεγκτές επαναλαμβάνουν ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα επιπλέον επιβοηθητικά μέτρα που έχουν δεσμευθεί να υιοθετήσουν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, μόλις η Ελλάδα επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα.

Σε ό,τι αφορά τέλος την ασφάλεια των καταθέσεων, στην ανακοίνωση για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης υπογραμμίζεται ότι τα 50 δισεκατομμύρια που διατίθενται στο πλαίσιο του Προγράμματος είναι απολύτως επαρκή για να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών ακόμη και στο πλέον ακραίο σενάριο, διασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα στη χώρα μας. Η συγκεκριμένη παραπομπή στην ασφάλεια των καταθέσεων, για πρώτη φορά σε ανακοίνωση αξιολόγησης, δεν είναι τυχαία, αφού οι δραματικές αποφάσεις που ελήφθησαν για την Κύπρο και οι εν εξελίξει συζητήσεις για το ενιαίο ευρωπαϊκό καθεστώς εκκαθάρισης των τραπεζών, έχουν εντείνει τους φόβους για νέο κύμα απόσυρσης κεφαλαίων από τον Νότο.

Το άτυπο Eurogroup που διεξήχθη στο Δουβλίνο στις 12 Απριλίου παρέπεμψε για τον Ιούνιο την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για την απευθείας ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) και την τραπεζική ενοποίηση της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η νομοθετική πρόταση που έχει υποβάλει η Κομισιόν για τη διαχείριση τραπεζικών χρεοκοπιών από το 2015 και έπειτα προβλέπει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρώτα θα διαγράφονται οι αξιώσεις μετόχων και ομολογιούχων. «Πρώτα θα πληρώνουν οι μέτοχοι της τράπεζας, έπειτα οι επενδυτές, άρα και οι ομολογιούχοι. Εάν αυτό δεν είναι αρκετό, θα χρησιμοποιούνται οι καταθέτες με ποσά άνω των 100.000 ευρώ. Στη συνέχεια, τα κεφάλαια θα προέρχονται από τα μελλοντικά εθνικά ταμεία εξυγίανσης των τραπεζών, στα οποία θα συνεισφέρουν όλες οι τράπεζες», δήλωσε ο αρμόδιος Ευρωπαίος επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung, καθιστώντας έτσι σαφές πως η πρόταση που είναι αυτή τη στιγμή στο τραπέζι προβλέπει ότι η παρέμβαση του ΕΜΣ θα είναι έσχατη λύση, αφού έχουν εξαντληθεί όλες οι εναλλακτικές. Πρόκειται για αναμφισβήτητα αρνητική εξέλιξη, καθώς μετά την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της 29ης Ιουνίου 2012, είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες ότι η δυνατότητα απευθείας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από τον ΕΜΣ θα σπάσει το φαύλο κύκλο που συνδέει τραπεζικά και εθνικά χρέη και θα συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Έκτοτε όμως, ο πήχης των προσδοκιών χαμήλωσε αρκετά, αφού τα κράτη του Βορρά αναδιπλώθηκαν στη θέση ότι στόχος τους είναι «να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ το εργαλείο της απευθείας ανακεφαλαιοποίησης». Σημειώνεται πάντως ότι σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι καταθέσεις έως 100.000 ευρώ ανά τράπεζα είναι απολύτως προστατευμένες.