Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Χαμένη στην Οικονομετρία η Ευρωζώνη

Σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης διαμορφώθηκε το 2012 σε 90.6% του ΑΕΠ. Η δε χειμερινή οικονομική έκθεση της Κομισιόν προβλέπει ότι το ΑΕΠ της Ευρωζώνης θα συρρικνωθεί φέτος κατά 0.3% περίπου. Η εικόνα αυτή βρίσκεται, συμπτωματικά, σε πλήρη συμφωνία με την ακαδημαϊκή εργασία «Growth in a Time of Debt» των καθηγητών Κάρμεν Ράινχαρτ (πανεπιστήμιο του Μέριλαντ) και Κένεθ Ρόγκοφ(πανεπιστήμιο Χάρβαρντ), με την οποία «αποδεικνυόταν» ότι η υπέρβαση του ορίου του 90% στο δημόσιο χρέος των κρατών είχε δραματικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη των οικονομιών. Συγκεκριμένα, η μελέτη των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ συγκρίνει στοιχεία για την ανάπτυξη σε 44 χώρες, τα τελευταία 200 χρόνια και τα συσχετίζει με το ποσοστό του χρέους τους. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι όταν το δημόσιο χρέος ξεπερνάει το 90% του ΑΕΠ τότε ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης πέφτει από το +3% στο -0,1%.

Ωστόσο, πλέον γνωρίζουμε με κάποια σχετική ασφάλεια ότι η σημερινή σύμπτωση των προβλέψεων των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ, με την κατάσταση που επικρατεί στην Ευρωζώνη είναι συμπτωματική. Οπως έδειξαν με πρόσφατη εργασία τους οι ακαδημαϊκοί Τόμας Χερντον, Ρόμπερτ Πόλιν και Μάικλ Ας, οι συνάδελφοί τους είχαν κάνει χονδροειδή μαθηματικά λάθη στους υπολογισμούς τους, ειδικά για την χρονική περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην επίμαχη εργασία που δημοσιεύθηκε το 2010. Η αλήθεια είναι ότι σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, το υψηλό χρέος περιορίζει την ανάπτυξη στο 2,2% και όχι στο -0,1%. Μάλιστα, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, οι χώρες με υψηλότερο χρέος αναπτύσσονταν και πιο γρήγορα. Ακόμη και οι ίδιοι οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ παραδέχθηκαν «ότι είχαν κάνει λάθος στα στοιχεία που περιέλαβαν στο Excel». Σύμφωνα με τους επικριτές τους, οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ παρέλειψαν αυθαιρέτως να συνυπολογίσουν στη συγκριτική τους μελέτη χρονιές με υψηλό χρέος και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σε άρθρο τους στους New York Times, οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ αναγνωρίζουν ότι τα συμπεράσματά τους την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίζονται σε υπολογιστικό λάθος. Επίσης, το όριο του 90% προκύπτει ουσιαστικά τυχαία, αφού οι συγγραφείς της εργασίας χώρισαν το δημόσιο χρέος των κρατών στις κατηγορίες0-30%, 30-60%, 60-90% και ούτω καθεξής. Αν η διάκριση γινόταν για παράδειγμα μεταξύ 61.3-91.3%, τότε το διαφαινόμενο όριο θα ήταν διαφορετικό. Τέλος, οι επικριτές των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ υπογραμμίζουν ότι δεν προκύπτει η αιτιακή σχέση υψηλού χρέους-χαμηλής ανάπτυξης. Μάλιστα, θα μπορούσε να ισχύει το αντίθετο, ότι η χαμηλή ανάπτυξη δημιουργεί υψηλό χρέος.Οι ίδιοι οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ υποστηρίζουν με το άρθρο τους στους New York Times, ότι η αιτιακή σχέση χρέους-ανάπτυξης είναι αμφίδρομη, ανάλογα με την περίσταση. Πρόκειται για καίρια διευκρίνιση για όσους χαράσσουν πολιτική.

Οι μεθοδολογικές αστοχίες και η ενδεχόμενη διάψευση μίας ακαδημαϊκής εργασίας δεν θα είχαν καμία σημασία αν η μελέτη των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ δεν είχε χρησιμοποιηθεί επανειλημμένως ως σημείο αναφοράς από την Κομισιόν για την πολιτική δικαιολόγηση της λήψης δραστικών μέτρων λιτότητας σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Το επιχείρημα ήταν ότι το υψηλό χρέος μηδενίζει την ανάπτυξη και η μηδενική ανάπτυξη έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην ανεργία, αλλά και στην κοινωνική συνοχή. Ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδιος για οικονομικές και νομισματικές υποθέσεις, Ολι Ρεν, έχει αναφερθεί επανειλημμένως μάλιστα «στη σοβαρή ακαδημαϊκή βιβλιογραφία», σύμφωνα με την οποία το όριο του 90% στο δημόσιο χρέος είναι καταλυτικό για την ανάπτυξη και άρα για την ανεργία.Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή» τον περασμένο Νοέμβριο, ο κ. Ρεν είχε πει επί λέξει ότι η «δημοσιονομική προσαρμογή στην Ευρωζώνη πρέπει να συνεχιστεί γιατί έχουμε ξεπεράσει το επίπεδο του 90%χρέους, που έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζει πολύ αρνητικά την ανάπτυξη», παραπέμποντας ουσιαστικά στην επίμαχη εργασία. Ερωτώμενος την προηγούμενη εβδομάδα από την Καθημερινή να σχολιάσει την κατάρριψη των επιχειρημάτων των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ, ο κ. Ρεν απάντησε ότι «παρότι είχαμε αναφερθεί στο συγκεκριμένο κείμενο στο παρελθόν ως ενδεικτική μελέτη, οι πολιτικές μας δεν βασίζονται σε μία και μόνο ερευνητική εργασία, αλλά στη βάση μιας ολιστικής αποτίμησης των σχετικών μελετών, καθώς και σε δικές μας αναλύσεις… Ο κύριος στόχος μας στην Ευρώπη είναι η βιώσιμη ανάπτυξη και για να τον επιτύχουμε, εργαζόμαστε σε τρία μέτωπα:α) Στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, β) στην εξυγίανση του χρηματοπιστωτικού τομέα για να αποκατασταθεί η πίστωση στην οικονομία και γ) στη συνεπή δημοσιονομική προσαρμογή, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε χώρας. Η κρίση οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες συγκέντρωσαν μη βιώσιμα επίπεδα χρέους, άλλες ιδιωτικού, άλλες δημόσιου, άλλες και τα δύο».

Παρά την αναδίπλωση αυτή, είναι βέβαιο ότι η αποδόμηση της αμφιλεγόμενης εργασίας αφήνει, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, έκθετη την Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Κομισιόν, μετά το θόρυβο που είχε προκληθεί αναφορικά με τον λανθασμένο υπολογισμό στις επιπτώσεις των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών κατά την εφαρμογή μέτρων λιτότητας (το λεγόμενο «λάθος του ΔΝΤ»). Αναμφισβήτητα, ο κ. Ρεν διέπραξε ατόπημα προσπαθώντας να αποδώσει «επιστημονική βάση» στο πολιτικά εφικτό. Είναι βέβαιο για παράδειγμα ότι αν ήταν εφικτό η Ελλάδα να εξασφαλίσει από την αρχή τριπλάσια χρήματα από τους εταίρους της για το Πρόγραμμα Προσαρμογής, τότε ο ρυθμός μείωσης του ελλείμματος θα ήταν πιο βραδύς και οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη μικρότερες. Ο χρόνος και τα χρήματα που έχει στη διάθεσή της η κάθε χώρα που υπάγεται σε Μνημόνιο, αποφασίζονται από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και όχι από την Επιτροπή. Για λόγους όμως που μέχρι στιγμής είναι άγνωστοι, ο κ. Ρεν δεν υποστηρίζει ότι η Κομισιόν «κάνει ό,τι μπορεί» με δεδομένους τους διαθέσιμους πόρους, αλλά προσπαθεί να «χωρέσει» τα Προγράμματα στις αρχές της οικονομικής θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κ. Ρεν (και όχι για παράδειγμα ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε), γίνεται ο κύριος αποδέκτης των επιθέσεων των Κεϋνσιανών οικονομολόγων, όπως ο νομπελίστας αρθρογράφος των New York Times,Πολ Κρούγκμαν. Κάτι ανάλογο συμβαίνει αυτή τη στιγμή και με την Κύπρο, όπου η Κομισιόν μολονότι έχει σοβαρές ενστάσεις και για την επιλογή του «κουρέματος»των καταθέσεων και για τους διαθέσιμους πόρους του Κυπριακού Μνημονίου,επιλέγει να υπερασπίζεται σθεναρά τη συμφωνία του Eurogroup. Η επιλογή του κ. Ρεν να υιοθετεί το ρόλο του «κυματοθραύστη» της Ευρωζώνης είναι απολύτως σίγουρο ότι θα τον αποδυναμώσει πολιτικά, καθιστώντας τον αποδιοπομπαίο τράγο για αποφάσεις που ελήφθησαν από άλλους και συγκεκριμένα από το Eurogroup.Ήδη,η πιθανότητα ανανέωσης της θητείας του θεωρείται ότι έχει απομακρυνθεί.

Το δεύτερο συμπέρασμα από την υπόθεση των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ είναι ότι αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πόσο φρούδα είναι η προσπάθεια των οικονομολόγων να κάνουν σαφείς προβλέψεις για το μέλλον. Παρότι η οικονομική επιστήμη εκτίθεται συνεχώς, οι ακαδημαϊκοί της (κυρίως αυτοί που παρεμβαίνουν στον τύπο) επιμένουν στην μαθηματικοποίηση και την διατύπωση προτάσεων του τύπου «εάν Χ, τότε Ψ», με αυστηρές αιτιακές σχέσεις. Ανάλογη «ύβρις» εξάλλου διαπράττεται και από την άλλη πλευρά, καθώς οι Κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, οι οποίοι αρθρογραφούν στο διεθνή τύπο, τείνουν συστηματικά να «απλοποιούν και να υπερβάλλουν», παρουσιάζοντας ουσιαστικά την αύξηση των δημοσίων δαπανών ως αυτόματα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη. Όλοι οι άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην μεγέθυνση του ΑΕΠ, όπως η παραγωγικότητα, η ανταγωνιστικότητα, η εμπιστοσύνη των αγορών, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, το φιλικό προς το επιχειρείν νομικό πλαίσιο του κάθε κράτους, υποβαθμίζονται ως δευτερεύοντες στη σχετική αρθρογραφία. Αξίζει να υπενθυμίσει κανείς ότι κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η Αμερικανική οικονομία δεν βγήκε από την ύφεση με την αύξηση των δημοσίων δαπανών, στο πλαίσιο του «New Deal», αλλά όταν η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ….

Και σε αυτή τη συγκυρία πάντως, η ακαδημαϊκή και επιστημολογική συζήτηση θα πολιτικοποιηθεί. Ελάχιστοι για παράδειγμα θα αναφερθούν στο γεγονός ότι οι Πόλιν και Ας, οι οποίοι εξέθεσαν τη μαθηματική γκάφα των συναδέλφων τους,διευκρινίζουν με άρθρο τους στους Financial Times ότι δεν τάσσονται υπέρ της αλόγιστης σπατάλης δημοσίων πόρων και του υπερδανεισμού.Μάλιστα, το μοναδικό παράδειγμα το οποίο αναφέρουν ως επιτυχές ως προς χρήση των δημοσιονομικών περιθωρίων, για να υποβοηθηθεί η ανάπτυξη είναι οι ΗΠΑ,δηλαδή η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, η οποία πριν την κρίση βρισκόταν σε πολύ καλύτερη δημοσιονομική κατάσταση από την Ελλάδα ή την Πορτογαλία και η οποία έχει το αποκλειστικό προνόμιο να τυπώνει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Οποιεσδήποτε συγκρίσεις λοιπόν με την Ελλάδα είναι όσο άστοχες ήταν και οι συγκρίσεις εκείνων που καλούσαν τη χώρα μας να ακολουθήσει το παράδειγμα της Αργεντινής, ενός καθαρού εξαγωγέα πρώτων υλών που είχε δικό της νόμισμα και απλώς το υποτίμησε. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα ήταν μια μικρή χρεοκοπημένη χώρα, που μπήκε στην κρίση με 15,6% έλλειμμα και 127% του ΑΕΠ χρέος και επομένως δεν είχε τη δυνατότητα να ακολουθήσει «επεκτατική δημοσιονομική πολιτική».

Ίσως το μόνο θετικό στοιχείο για την πολιτική της Ευρωζώνης από τη διαμάχη για την βαλλόμενη ακαδημαϊκή εργασία, είναι ότι θα ενισχυθούν τα επιχειρήματα εκείνων που υποστηρίζουν ότι αν και η δημοσιονομική εξυγίανση είναι απαραίτητος παράγοντας για την εμπιστοσύνη των αγορών και άρα για την ανάπτυξη, ο ρυθμός της προσαρμογής θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις οικονομικές συνθήκες. Ήδη, οι ενδείξεις ότι διαμορφώνεται μία νέα συναίνεση στην Ευρωζώνη προς αυτήν την κατεύθυνση πληθαίνουν. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι μιλώντας στην ετήσια εκδήλωση όλων των Δεξαμενών Σκέψης των Βρυξελλών (Think Tank Dialogue), ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, τόνισε ότι οι υφιστάμενες πολιτικές αγγίζουν τα όριά τους και η λιτότητα από μόνη της δεν αρκεί, καθώς είναι αναγκαία και βραχυπρόθεσμα μέτρα υποβοήθησης της ανάπτυξης. Ο κ. Μπαρόζο συμπλήρωσε ότι η Κομισιόν έχει ήδη προτείνει την παράταση των χρονοδιαγραμμάτων μείωσης του ελλείμματος για πολλές χώρες της Ε.Ε. και θα προτείνει ανάλογη ελαστικότητα και για άλλες, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τις τελικές αποφάσεις για την Ευρωζώνη τις λαμβάνει το Eurogroup. Μετά τις έντονες αντιδράσεις του Βερολίνου, ο κ. Μπαρόζο αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί. Παρόλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι η χαλάρωση είναι ήδη γεγονός. Μιλώντας στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωβουλής ο κ. Ρεν υπογράμμισε ότι η διαρθρωτική μείωση του ελλείμματος φέτος στην Ευρωζώνη θα είναι 0.75% του ΑΕΠ, από 1.5% του ΑΕΠ που ήταν πέρυσι και 1.75% που θα μειώσει το έλλειμμά της η Αμερική. Με άλλα λόγια, προσέθεσε ο κ. Ρεν, «ο ρυθμός προσαρμογής στην Ευρώπη ήδη χαλαρώνει» και αναφέρθηκε ειδικά στην παροχή παράτασης των χρονοδιαγραμμάτων μείωσης του ελλείμματος που έχει δοθεί στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ο Επίτροπος Ρεν παρέπεμψε τα αιτήματα για ακόμη ηπιότερους ρυθμούς μείωσης του ελλείμματος στις Μνημονιακές χώρες, στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης που τις χρηματοδοτούν, αφού νέες παρατάσεις συνεπάγονται περισσότερα χρήματα. Για τις υπόλοιπες χώρες (αυτές που ακόμη δανείζονται από τις αγορές), δεν θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε στροφή 180μοιρών στη δημοσιονομική πολιτική, τουλάχιστον μέχρι τις Γερμανικές εκλογές. Είναι όμως σημαντικό ότι κατά πάσα πιθανότητα θα δοθούν παρατάσεις στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και η Κομισιόν δεν θα απαιτήσει την επιβολή νέων μέτρων λιτότητας. Σύμφωνα άλλωστε με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες η Eurostat, το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει ήδη επιτευχθεί, καθώς το έλλειμμα της Ευρωζώνης το 2012 διαμορφώθηκε στο 3,7%, πολύ κοντά στο όριο της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Στο τέλος του 2013, το έλλειμμα της Ευρωζώνης θα μειωθεί στο 3% σύμφωνα με τις υφιστάμενες προβλέψεις. Η προσαρμογή συντελέστηκε λοιπόν. Το επόμενο μεγάλο ερώτημα για την Ευρωζώνη είναι από που θα έλθει η ανάπτυξη. Με δεδομένα τα εκρηκτικά ποσοστά ανεργίας, ο χρόνος που έχουν στη διάθεσή τους οι Ευρωπαίοι ηγέτες για να το απαντήσουν, είναι περιορισμένος.