Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Γιατί θα έπρεπε να ήμασταν προσεκτικοί πριν πανηγυρίσουμε το «Όχι» της Κύπρου

«Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε (με κάποιες τροποποιήσεις) στην σημερινή Guardian»

Ακριβώς τη στιγμή που οι παρατηρητές είχαν αρχίσει να βαριούνται, η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη πήρε για μια ακόμη φορά δραματική τροπή, και όλοι πλέον βρίσκονται σε αναβρασμό, αναμένοντας να δουν εάν η Ευρωπαϊκή ήπειρος θα πεθάνει εν τέλει από τις πληγές που η ίδια προκάλεσε στον εαυτό της. Το δράμα που εκτυλίσσεται δεν θα μπορούσε να είναι πιο σουρεαλιστικό: από τη μία, η άκρα Αριστερά και η Ευρώ-σκεπτικιστική Δεξιά πανηγυρίζουν με το «γενναίο Όχι» του Κυπριακού κοινοβουλίου σε μια συμφωνία που θα διασφάλιζε τη χρηματοδότηση της Κυπριακής οικονομίας από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ, η οποία αυτή τη στιγμή πάσχει από έλλειψη ρευστότητας.

Ωστόσο, όλοι φαίνεται να παραβλέπουν μια λεπτομέρεια, ότι δηλαδή οι Κύπριοι δεν απέρριψαν τα μέτρα σκληρής λιτότητας. Τα μέτρα αυτά είχαν συμφωνηθεί από την προηγούμενη -υποτίθεται κομμουνιστική- κυβέρνηση της νήσου, και εγκρίθηκαν από τη σημερινή κυβέρνηση. Ούτε καν εναντιώθηκαν σε έναν άδικο φόρο επί των ιδιωτικών καταθέσεων. Η Ευρωζώνη είχε ήδη δείξει ότι ήταν διατεθειμένη να τις παραβλέψει, υπό την προϋπόθεση ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν σε ξένους ολιγάρχες και μεγιστάνες θα υποστούν σημαντικό κούρεμα (της τάξης του 15.6%). Πράγματι, η Κυπριακή κυβέρνηση ήταν εκείνη που είχε απορρίψει αυτή την επιλογή, σε μια δραματική συνάντηση του Eurogroup την προηγούμενη Παρασκευή, επειδή κάτι τέτοιο θα έβλαπτε τον εκτεταμένο χρηματοπιστωτικό τομέα της χώρας. Επομένως, η κύρια απαίτηση της κοινοβουλευτικής «εξέγερσης» που παρακολουθήσαμε ζωντανά στις τηλεοπτικές μας οθόνες ήταν να παραμείνει η Κύπρος ένας υπεράκτιος χρηματοοικονομικός παράδεισος. Για να το εξασφαλίσει αυτό, η Κυπριακή κυβέρνηση έδειχνε ότι ήταν διατεθειμένη να προσφέρει τόσες παραχωρήσεις στη Μόσχα, οι οποίες θα μετέτρεπαν το νησί σε ένα είδος υπερπόντιας Ρωσικής κτήσης. Φυσικά, φαντάζει ακατανόητο κάποιος να πανηγυρίζει για αυτές τις εξελίξεις.

Στην άλλη πλευρά της ηπείρου, στις Βρυξέλλες, οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τη δεύτερη σε μέγεθος οικονομία παγκοσμίως, επέδειξαν για μια ακόμη φορά μια απαράδεκτη έλλειψη ηγετικών ικανοτήτων. Πρώτον, κατέληξαν και υπερασπίστηκαν μια συμφωνία που θα παραβίαζε την «ιερότητα» των τραπεζικών καταθέσεων. Στη συνέχεια, όταν τους εξήγησαν τις καταστροφικές συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής, άρχισαν να επιρρίπτουν τις ευθύνες ο ένας στον άλλον, σχετικά με το ποιός ήταν ο εμπνευστής αυτής της ιδέας. Όταν αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν, ήταν ήδη πολύ αργά. Βέβαια, μέχρι στιγμής το μόνο που έχει καταφέρει να προκαλέσει η συμφωνία είναι η μαζική απόσυρση καταθέσεων, παράλληλα με μία απίστευτη γεωπολιτική αναστάτωση στην Κύπρο, δηλαδή σε μία μικρή χώρα η οποία, σύμφωνα με το Βερολίνο, δεν έχει μεγάλη «συστημική» βαρύτητα. Όμως, οι αγορές και οι πολίτες γνωρίζουν ήδη ότι την επόμενη φορά που θα υπάρξει κρίση στην Ιταλία, την Ισπανία ή αλλού, η Ευρωζώνη είναι διατεθειμένη να «διαβεί τον Ρουβίκωνα». Πρόκειται για μια καταστροφή με ανυπολόγιστες προεκτάσεις.

Για κάποιον όμως παρακολουθεί τη «φούσκα» των Βρυξελλών, όλα αυτά δεν είναι και τόσο συνταρακτικά. Αρκεί να πούμε ότι ο μοναδικός λόγος που ο Jeroen Dijsselbloem διορίστηκε πρόεδρος του πανίσχυρου Eurogroup, δηλαδή του συμβουλίου των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, δεν είναι η τεχνογνωσία του (την οποία ούτως ή άλλως δεν διαθέτει), ούτε η εμπειρία του ως υπουργός και κυβερνητικό στέλεχος (μετά βίας διαθέτει τέτοια εμπειρία), αλλά το γεγονός ότι είναι Ολλανδός. Όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι, οι οποίοι ήταν παράλληλα πιο κατάλληλοι, απορρίφθηκαν λόγω εθνικότητας. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο δουλεύουν τα πράγματα εδώ στις Βρυξέλλες.

Επομένως, τι θα μπορούσε να έχει συμβεί; Πώς θα μπορούσε να έχει επιλυθεί η Κυπριακή κρίση; Πρώτα απ’ όλα, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να ζητηθεί από ένα μικρό κράτος να προκαταβάλλει εξαρχής το 20% του ΑΕΠ του σε μετρητά, εντός τριών ημερών. Τόσο εξωφρενική απαίτηση δεν υπήρξε από κανένα άλλο κράτος που διασώθηκε, ενώ γελοιοποίησε παράλληλα τη φίλο-Ευρωπαϊκή κυβέρνηση του νησιού ενώπιον του λαού της. Δεύτερον, δεν ήταν το εθνικό χρέος της Κύπρου που ήταν μη-βιώσιμο, αλλά οι Κυπριακές τράπεζες. Και γι’ αυτό υπήρχε λύση: μετά την επιβολή ζημιών στους μετόχους και τους κατόχους ομολόγων περιορισμένης ασφάλισης, και στην συνέχεια την επιβολή κουρέματος στους κατόχους υψηλής ασφάλισης ομολόγων, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας θα μπορούσε να έχει αναλάβει τη διαχείριση των Κυπριακών τραπεζών. Στη συνέχεια, θα μπορούσε να τις συρρικνώσει σταδιακά και να τις βάλει σε τροχιά εξυγίανσης, δίνοντας παράλληλα στην Κύπρο τον χρόνο για να βρει ένα εναλλακτικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα. Θεωρητικά, αυτή η επιλογή είναι εφικτή (είχε αποφασιστεί άλλωστε τον περασμένο Ιούνιο σε Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ), αλλά δεν υπάρχουν ακόμη οι νομικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή της, αφού έκτοτε η Γερμανία έχει αλλάξει τη στάση της. Η Κύπρος θα μπορούσε, σε αντάλλαγμα για αυτή τη ρύθμιση, να τιτλοποιήσει τα μελλοντικά έσοδα από τα αποθέματά της σε φυσικό αέριο και να τα προσφέρει ως εγγυήσεις, σε συνδυασμό με ένα αυστηρό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Παρομοίως, πριν από δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσε να είχε αποφασίσει να εγγυηθεί όλα τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης, όπως ακριβώς έκανε με το αποκαλούμενο «Πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών» τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, υπό την προϋπόθεση εφαρμογής από τις επωφελούμενες χώρες πολιτικών σταθεροποίησης. Αντιθέτως, το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας μετακυλίθηκε στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, καλλιεργώντας έτσι την εχθρότητα μεταξύ των λαών της Ευρώπης, ενώ η χώρα εκ των πραγμάτων πτώχευσε, αυξάνοντας έτσι την αβεβαιότητα και εντείνοντας την ύφεση στην ήπειρο.

Για μια ακόμη φορά, οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τις τελευταίες ημέρες θα διαιωνίσουν την κρίση. Οι εκροές κεφαλαίων προς τον πυρήνα θα συνεχιστούν και η ενιαία αγορά θα εξακολουθήσει να διαλύεται, καθιστώντας το κόστος διάλυσης τού Ευρώ περισσότερο διαχειρίσιμο. Επιπλέον, παρόλο που είναι ακόμη πολύ νωρίς για να πούμε τι θα γίνει με την Κύπρο και τους καταθέτες της, είτε πρόκειται για Βρετανούς είτε για άλλους, ένα είναι σίγουρο: η Ευρωζώνη, η οποία φιλοδοξεί να καταστεί ένας παγκόσμιος «παίκτης», προσφέρει ένα προπύργιο στη Μεσόγειο με μεγάλη στρατηγική σημασία, ως δώρο στους Ρώσους. Εναπόκειται απλώς στη Μόσχα να αποφασίσει αν θα το αποδεχτεί ή όχι. Και το Κυπριακό «Όχι» θα γελοιοποιήσει τις φίλο-Ευρωπαϊκές ελίτ στην Ελλάδα και αλλού, καθώς θα φανεί ότι, ενώ υπήρχε μια ιδανική εναλλακτική λύση, τα «σκυλάκια της Μέρκελ» την αγνόησαν. Μέχρι οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν ότι η εναλλακτική είναι κάθε άλλο παρά ιδανική, ίσως να είναι πλέον πολύ αργά.

Η προφανής ερώτηση είναι γιατί; Γιατί η Γερμανία και άλλα κράτη της Βόρειας Ευρώπης ενεργούν σαν και θέλουν να διαλύσουν την Ευρωζώνη, αντί να προσπαθούν να την επιδιορθώσουν; Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι οι πράξεις τους διαπνέονται από έναν βαθιά ριζωμένο ρατσισμό. Ο πολιτικός τους λόγος υποδηλώνει την άποψη ότι όλος ο πλούτος που έχει συγκεντρωθεί στη Βόρεια Ευρώπη είναι η ενάρετη ανταμοιβή της προτεσταντικής ηθικής που χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην εργασία, ενώ όλος ο πλούτος που έχει συγκεντρωθεί στον Νότο είναι προϊόν διαφθοράς (Ελλάδα, Ιταλία), φοροδιαφυγής (Κύπρος), ή μη-βιώσιμων επιχειρηματικών μοντέλων (Ισπανία). Αυτός είναι ο λόγος που ζητείται από τις χώρες της Νότιας Ευρώπης να αλλάξουν τα οικονομικά τους μοντέλα και να διορθώσουν τα ελλείμματά τους – όχι όμως σταδιακά, στα πλαίσια της ενοποίησης της Ευρωζώνης και της διαδικασίας σύγκλισης, αλλά με τόσο βίαιο και τιμωρητικό τρόπο ώστε να δημιουργείται ο κίνδυνος διάλυσης των κοινωνιών τους.

Η ενοχλητική αλήθεια είναι, φυσικά, ότι όχι και τόσο παλιά η Φινλανδία παραλίγο να πτωχεύσει, ενώ υπάρχουν ακόμη άνθρωποι σε ηλικία τέτοια ώστε να θυμούνται την αναδιάρθρωση χρέους της ίδιας της Γερμανίας. Οι «καλύτεροι και οι πιο ξανθοί φίλοι μας» (όπως θα το έθεταν στη Μαύρη Οχιά) στο Βορρά, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι όσοι είχαν καταθέσεις στις δικές τους τράπεζες, οι οποίες διασώθηκαν κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών με τα λεφτά των φορολογουμένων τους, δεν είχαν πληρώσει όλοι τους φόρους τους. Απεναντίας, είναι βέβαιο ότι ορισμένοι από αυτούς τους καταθέτες ήταν έμποροι όπλων και ναρκωτικών, ή ακόμα και Ρώσοι. Εξάλλου, και στην Βόρεια Ευρώπη συναντάμε σε σημαντικό βαθμό φαινόμενα διαφθοράς, από τους μικροαπατεώνες, όπως οι αμέτρητοι Γερμανοί πολιτικοί που έχουν λογοκλέψει στις διδακτορικές τους διατριβές, μέχρι μεγάλους εγκληματίες, όπως η Γερμανική βιομηχανική ναυαρχίδα που δωροδοκούσε τις Ελληνικές κυβερνήσεις με αντάλλαγμα τη σύναψη συμβολαίων. Ωστόσο, ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε μία επιστημονική μελέτη που να αποδεικνύει ότι η Βόρεια Ευρώπη δεν έχει επωφεληθεί τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό από τη συμμετοχή της στο Ευρώ, σε σύγκριση με τη Νότια Ευρώπη. Εάν αυτές οι αλήθειες δεν επικοινωνηθούν με κάποιο τρόπο στον Βορρά, τότε όχι μόνο θα καταρρεύσει η Ευρωζώνη, αλλά θα αναβιώσουν και τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Ο Δρ. Νίκος Χρυσολωράς είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής της εφημερίδας «Η Καθημερινή» στις Βρυξέλλες και Επιστημονικός Συνεργάτης του Παρατηρητηρίου για την Κρίση.