Go to Top

Συνέντευξη του Καθηγητή Barry Eichengreen, κατόχου της Έδρας Οικονομικών και Πολιτικής Επιστήμης George C. Pardee και Helen N. Pardee, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Μπέρκλεϋ, στον Υπεύθυνο του Παρατηρητηρίου για την Κρίση, Δημήτρη Κατσίκα.

Θα μπορούσατε να κάνετε μια συνολική αποτίμηση του πώς έχει αντιμετωπιστεί η Ευρωπαϊκή κρίση μέχρι στιγμής; Τι έχει γίνει; Τι πήγε στραβά;

Λοιπόν, καταρχάς νομίζω ότι σε πρώτο στάδιο η κρίση παρερμηνεύτηκε ως δημοσιονομικό πρόβλημα. Ισχύει ότι η κρίση έχει κατεξοχήν δημοσιονομικό χαρακτήρα στην Ελλάδα, αλλά η έμφαση στο χρέος και τα ελλείμματα, την ίδια στιγμή που υπήρχε κρίση ανισορροπιών μεταξύ Βορρά και Νότου, τραπεζική και αναπτυξιακή κρίση, έκανε τους Ευρωπαίους ηγέτες να στρέψουν την προσοχή τους προς τη λάθος κατεύθυνση, προς αυτό που πλέον αποκαλούμε λιτότητα. Παρέβλεψαν έτσι την ανάγκη για αποκατάσταση των ισορροπιών μεταξύ Βορρά και Νότου, για εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, προτού η κρίση μετατραπεί από οικονομική σε κοινωνική.

Υπήρξε απροθυμία στην παραδοχή ότι ήταν ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους, η απόφαση για αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους καθυστέρησε. Τόσο γιατί η Ελληνική κυβέρνηση δίσταζε να παραδεχτεί την αναγκαιότητα της κατάστασης, όσο και επειδή το Δ.Ν.Τ. και τα άλλα μέλη της τρόικας δίσταζαν να παραδεχτούν αυτή την αναγκαιότητα. Έτσι, όταν τελικά έγινε η αναδιάρθρωση, ήταν ήδη πολύ αργά και παρείχε και απαλλαγή στους επίσημους πιστωτές. Η πολιτική της Ευρωζώνης μόλις τώρα άρχισε να έχει τη σωστή κατεύθυνση, συνεκτιμώντας την ανάγκη για αναδιάρθρωση του χρέους, με παράλληλη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των τραπεζών, μέσω της αποκαλούμενης τραπεζικής ένωσης και της χαλάρωσης της δημοσιονομικής προσαρμογής –δίνοντας παράταση δύο ετών σε ορισμένες χώρες για παράδειγμα, προκειμένου αυτές να εκπληρώσουν τους στόχους τους ως προς το έλλειμμα. Νομίζω, όμως, ότι από μόνο του αυτό δεν αρκεί και ότι είναι ήδη πολύ αργά. Επομένως, συνοψίζοντας θα έλεγα ότι, αν με ρωτάτε πώς θα χαρακτήριζα τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν, θα έλεγα ότι αυτές ήταν ανεπαρκείς και καθυστερημένες.

Μήπως μέρος του προβλήματος είναι και η νομισματική πολιτική που ακολουθείται από την ΕΚΤ; Πως θα συγκρίνατε την πολιτική της ΕΚΤ με ότι έγινε στις ΗΠΑ, όπου η Κεντρική Τράπεζα αντέδρασε δυναμικά προβαίνοντας σε τρεις γύρους ποσοτικής χαλάρωσης;

Οπωσδήποτε, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια το 2008, όταν ο κόσμος εισερχόταν στην παγκόσμια πιστωτική κρίση. Η ΕΚΤ παρέμενε προσκολλημένη στον στόχο της για πληθωρισμό στο 2%, όταν οι Ευρωπαϊκές οικονομίες άρχισαν να εισέρχονται στην περίοδο της ύφεσης. Νομίζω ότι η αποτυχία να εφαρμοστεί μια πιο επιθετική νομισματική πολιτική υπήρξε όντως πρόβλημα. Νομίζω επίσης ότι η αποτυχία αντιμετώπισης των προβλημάτων στην παροχή πίστωσης υπήρξε εξίσου σημαντικό πρόβλημα. Έτσι τώρα, στα μέσα του 2013, ήδη πέντε χρόνια μέσα στην κρίση, η ΕΚΤ άρχισε να συζητά για κάποια είδη παρέμβασης στην αγορά κινητών αξιών και στην πιστωτική αγορά, καθώς και για τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις. Πάλι όμως γίνεται με ανεπαρκή τρόπο και με μεγάλη καθυστέρηση.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς όμως, ότι σε κάποιο βαθμό, αυτή η στάση της ΕΚΤ υπαγορεύεται από τους θεσμικούς περιορισμούς της -η εντολή της είναι διαφορετική από αυτή της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ. Από αυτή την άποψη, ποιες θεσμικές αλλαγές θα προτείνατε, προκειμένου η Ευρωζώνη να γίνει περισσότερο ευέλικτη;

Νομίζω ότι πρέπει να υπάρξει αναγνώριση του γεγονότος ότι μια κανονική νομισματική ένωση χρειάζεται μια κανονική κεντρική τράπεζα που μπορεί να λειτουργήσει ως δανειστής έσχατης ανάγκης. Η ΕΚΤ δημιουργήθηκε ως νομισματικός κανόνας για την προστασία του στόχου για πληθωρισμό στο 2%, αλλά νομίζω ότι μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει μια σειρά από ζητήματα, όχι μόνο τον πληθωρισμό, αλλά και ζητήματα χρηματοοικονομικής σταθερότητας και σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και αναπτυξιακά ζητήματα. Στην πραγματικότητα, στις ΗΠΑ χρειάστηκε η εμπειρία της Μεγάλης Ύφεσης προκειμένου η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα να μετατραπεί σε κανονική κεντρική τράπεζα. Αισιοδοξώ, λοιπόν, ότι η παρούσα κρίση είναι αυτό που χρειάζεται η ΕΚΤ προκειμένου να μετουσιωθεί σε κανονική κεντρική τράπεζα.

Βλέπετε να υπάρχουν κάποια απτά στοιχεία που να μαρτυρούν μια στροφή προς αυτή την κατεύθυνση;

Πράγματι, τη βλέπω και πιστεύω ότι ο Μάριο Ντράγκι κάνει ότι χρειάζεται, ενώ το πρόγραμμα απευθείας νομισματικών συναλλαγών (Outright monetary transactions) είναι ένα παράδειγμα αυτής της εξέλιξης, καθώς και η παρέμβαση της ΕΚΤ στις πιστωτικές αγορές με επιλεκτικό τρόπο θα ήταν και αυτό άλλο ένα παράδειγμα. Δεν νομίζω ότι η ΕΚΤ θα εξελιχθεί σε θεσμό όπως η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ εν μία νυκτί, αλλά νομίζω ότι αυτή η εξέλιξη έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται. Θα πρέπει να αποδείξει, προς ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στις ευθύνες της με σύνεση και υπευθυνότητα. Και καθώς συμβαίνει αυτό, ελπίζω ότι η αντιπολίτευση, ο σκεπτικισμός και η εχθρότητα, στη Γερμανία και αλλού, θα αρχίσουν να υποχωρούν.

Ωστόσο, κάποιες άλλες χώρες φαίνεται ότι ασκούν κριτική σε χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Ιαπωνία -κατηγορώντας τις ότι ακολουθούν μια χαλαρή νομισματική πολιτική με πολύ επιθετικό τρόπο- έχετε γράψει πρόσφατα για τους νομισματικούς πολέμους και την διεθνή συνεργασία. Έχει κατά την άποψή σας βάση αυτή η κριτική και πιστεύεται ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη ισορροπία που θα έπρεπε να επιδιώκουν οι χώρες αυτές;

Όχι, κατά τη γνώμη μου δεν είναι δικαιολογημένη. Η κατάλληλη πολιτική για την κεντρική τράπεζα εξαρτάται από τις εκάστοτε συνθήκες. Οι συνθήκες όμως σήμερα έχουν ως εξής: τόσο η Αμερικανική, όσο και η Βρετανική και η Ιαπωνική οικονομία είναι ασθενείς. Έτσι, το γεγονός ότι οι κεντρικές τους τράπεζες διατηρούν τα επιτόκια κοντά στο μηδέν και ότι συμμετέχουν σε ποσοτική χαλάρωση, αποτελεί την καταλληλότερη αντίδραση υπό τις παρούσες συνθήκες. Υπάρχουν, ωστόσο, δύο είδη κριτικής προς τις εν λόγω πολιτικές. Πρώτον, ότι δημιουργούν μελλοντικές φούσκες  -άρα, εάν είναι όντως αυτή η ανησυχία, τότε ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπιστούν αυτές τις φούσκες είναι οι ρυθμιστικές αρχές να ρυθμίσουν κατάλληλα τους δείκτες LTV (ποσό δανεισμού σε σχέση με την αξία της εξασφάλισης) ή να αυξήσουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για τις τράπεζες.

Η δεύτερη κριτική έγκειται στο γεγονός ότι οι κινήσεις αυτών των κεντρικών τραπεζών έχουν αρνητικό αντίκτυπο σε άλλες χώρες, όπως η Κίνα και οι αναδυόμενες οικονομίες. Έτσι, λοιπόν, οι Κινέζοι παραπονιούνται ότι η ποσοτική χαλάρωση επιλύει τα προβλήματα της Ιαπωνίας εις βάρος της Κίνας. Εάν όμως στην Κίνα παραπονιούνται ότι η Ιαπωνική πολιτική προκαλεί την εισροή κεφαλαίων στην Κινεζική αγορά ακινήτων, τότε η λύση είναι η ρύθμιση της Κινεζικής αγοράς ακινήτων και όχι η άσκηση πιέσεων στην Τράπεζα της Ιαπωνίας προκειμένου να εγκαταλείψει αυτή την πολιτική.

Είπατε προηγουμένως πως ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ άλλαξε ύστερα από την κρίση της δεκαετίας του ’30. Σε γενικές γραμμές, πιστεύετε ότι έχει βάση η σύγκριση ανάμεσα στις δύο κρίσεις; Στην παρουσίασή σας, κάνατε τη σύγκριση με δύο πιο πρόσφατες κρίσεις, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να συγκρίνουν την παρούσα κρίση με τη Μεγάλη Ύφεση. Έχει βάση αυτή η προσέγγιση;

Πράγματι, πιστεύω ότι στέκει αυτή η σύγκριση, αλλά οι άνθρωποι τείνουν να παρερμηνεύουν την εμπειρία της Μεγάλης Ύφεσης. Στη δεκαετία του 1930 το πρόβλημα δεν ήταν η υποτίμηση του νομίσματος και η επεκτατική νομισματική πολιτική. Όταν η Βρετανία υποτίμησε τη στερλίνα, προκλήθηκαν αρνητικές συνέπειες σε άλλες χώρες. (Η υποτίμηση) έβλαψε τη Γαλλία, η οποία βρέθηκε να αντιμετωπίζει μια υπερτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία και οδηγήθηκε σε βαθύτερη ύφεση αλλά, με δεδομένο τον πληθωρισμό της περιόδου, η καλύτερη προσέγγιση θα ήταν να ακολουθήσει επεκτατική πολιτική η Τράπεζα της Γαλλίας. Επομένως, το πρόβλημα δεν ήταν η πρωτοβουλία της Βρετανίας να προβεί σε υποτίμηση, το πρόβλημα ήταν η αδυναμία της Γαλλίας να ανταποκριθεί καταλλήλως, και νομίζω ότι η κατάσταση είναι ίδια και σήμερα. Οι πολιτικές της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας της Ιαπωνίας δεν δημιουργούν πρόβλημα στην Ευρωζώνη. Αυτό που δημιουργεί πρόβλημα στην Ευρωζώνη είναι η αποτυχία της ΕΚΤ να κάνει το ίδιο, να ανταποκριθεί με χαλάρωση. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πρόβλημα ύφεσης και όχι πρόβλημα πληθωρισμού, το οποίο επιτρέπει στην ΕΚΤ να παρέμβει εύκολα όπως κάνουν και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες, τυπώνοντας δικό της χρήμα.

Ωστόσο, βλέπουμε ότι υπάρχουν ακόμη πιέσεις, ακόμη και εντός των ΗΠΑ -ιδίως στην πρόσφατη συνάντηση του Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας – πιέσεις προς τον τερματισμό της χαλάρωσης πιο γρήγορα. Νομίζετε πως πρόκειται για τη σωστή προσέγγιση;

Νομίζω ότι η σωστή κατεύθυνση θα ήταν να πούμε ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αγοράζουμε μεγάλο όγκο κινητών αξιών για πάντα. εν τέλει θα πρέπει να βάλουμε τέλος στην πολιτική αυτή, και αυτό θα γίνει μειώνοντας σταδιακά την αγορά κινητών αξιών και τίτλων -αυτό που ονομάζουμε capering  -και έχουν δίκιο στο να λένε ότι το πότε και το πώς θα το κάνουμε θα εξαρτηθεί από τα δεδομένα και από το σθένος της οικονομίας.

Η νομισματική πολιτική είναι πάντοτε αμφισβητούμενη και οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται ανέκαθεν στο επίκεντρο κριτικής -άλλωστε αυτό είναι και το υγιές- αλλά νομίζω ότι αυτό που κάνει τώρα η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ είναι απολύτως πρέπον υπό τις παρούσες συνθήκες.

Ωστόσο, αν έπρεπε οπωσδήποτε να της ασκήσω κριτική, τότε θα έλεγα ότι δεν ακολουθεί αρκετά επεκτατική πολιτική. Διατρέχει πλέον τον κίνδυνο να σταματήσει μάλλον πρόωρα παρά καθυστερημένα. Όμως, στις ΗΠΑ είναι εδώ και πολλά χρόνια βαθιά ριζωμένη η καχυποψία απέναντι στις νομισματικές αρμοδιότητες των τραπεζών και συγκεκριμένα των κεντρικών τραπεζών -αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν διαθέταμε κεντρική τράπεζα μέχρι το 1913- αυτός είναι ο λόγος που δημιουργήσαμε μία με ομοσπονδιακή δομή και λίγη δύναμη στο κέντρο, επειδή οι Αμερικανοί είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στις τράπεζες και τους τραπεζίτες, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζιτών της κεντρικής τράπεζας, και δεν βλέπω λόγο για τον οποίο θα πρέπει η σημερινή περίπτωση να είναι διαφορετική.

Για να περάσουμε λοιπόν και στην αντίπερα όχθη, οι υποστηρικτές της λιτότητας εδώ στην Ευρώπη θα υποστήριζαν ότι υπάρχουν πολύ υψηλά επίπεδα χρέους και δημοσιονομικών ελλειμμάτων, επομένως η εφαρμογή επεκτατικής πολιτικής -ιδίως σε όρους δημοσιονομικής πολιτικής- θα ήταν πολύ προβληματική, άρα η λιτότητα είναι η σωστή κατεύθυνση και η ανάκαμψη θα έρθει σε βάθος χρόνου, κυρίως μέσα από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Βασικά, αυτό είναι το επιχείρημα της Γερμανίας. Πώς θα απαντούσατε σε αυτό;

Πιστεύω ότι η διαρθωτική μεταρρύθμιση σε συνδυασμό με ανάπτυξη 1% ή 2% θα επιτρέψουν στην Ευρωζώνη να μειώσει το χρέος της σε λογικά επίπεδα σε βάθος δύο γενεών, δηλαδή για χρονικό διάστημα υπερβολικό για να αντέξει κάποιος σε λιτότητα. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι μπορείς να μειώσεις την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ είτε μειώνοντας τον αριθμητή είτε αυξάνοντας τον παρονομαστή. Η επιλογή της αύξησης του παρονομαστή δεν φαίνεται να είναι ρεαλιστική επιλογή. Δεν υπάρχει θέληση για αύξηση του στόχου της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό, ενώ η ραγδαία ανάπτυξη δεν φαντάζει ως ιδιαίτερα εφικτή. Επομένως, η μείωση του χρέους μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: ο πρώτος είναι να επιτευχθούν πρωτογενή πλεονάσματα για 30 χρόνια -ο δεύτερος είναι μέσω της αναδιάρθωσης του χρέους. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η Ελλάδα είναι ένα παράδειγμα -ένα θετικό παράδειγμα- το οποίο μπορούν να ακολουθήσουν και άλλες χώρες. Δείχνει πώς η αναδιάρθρωση του χρέους μπορεί να γίνει με μεθοδευμένο τρόπο.

Από τα παραπάνω, ιδίως από τα τελευταία λόγια σας, συμπεραίνω ότι στην πρόσφατη διαμάχη σχετικά με το επιχείρημα των Reinhart και Rogoff για τον ρόλο του χρέους σχετικά με την ανάπτυξη, δεν το θεωρείται ως καθοριστικό παράγοντα από μόνο του.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο μαγικό όριο πάνω από το οποίο το χρέος αποτελεί τροχοπέδη. Πιστεύω ότι κάθε ιστορική περίπτωση που θα κοιτάξουμε έχει τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν από τις άλλες. Πολλοί αναφέρονται στην Ιρλανδία του 1980 ή στο Η.Β. στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές του 1950, ως χώρες που κατόρθωσαν να μειώσουν την αναλογία χρέους/ΑΕΠ από το 90% στο 0%. Εάν είσαι σε θέση να αυξάνεις το ονομαστικό σου ΑΕΠ κατά 5%, 6% ή και 7% κάθε χρόνο, τότε ναι, μπορείς να τα καταφέρεις. Πιστεύετε όμως ότι η Ελλάδα μπορεί να αυξήσει το ονομαστικό της ΑΕΠ κατά 8% σε ένα χρόνο; Για αυτό νομίζω ότι αυτή η ερώτηση έχει ήδη τεθεί και απαντηθεί, επομένως θα πρέπει να βρεθεί ένας άλλος δρόμος, και αυτός ο δρόμος είναι η αναδιάρθρωση του χρέους.

Το θεωρείτε εφικτό από πολιτική άποψη; Δεδομένου ότι πλέον έχει γίνει αναδιάρθρωση στον ιδιωτικό τομέα -σχεδόν στο σύνολό του- και δεδομένου ότι τώρα το χρέος που απομένει είναι πλέον σχεδόν εξολοκλήρου δημόσιο; Πόσο εύκολο είναι για τους Ευρωπαίους να πουν ότι θα «κουρέψουν» χρήματα των φορολογουμένων τους;

Είναι πολύ ευκολότερο να συντονίσεις μια μικρή ομάδα που αποτελείται από επίσημους πιστωτές, παρά ένα πλήθος ιδιωτών ομολογιούχων αλλά, όπως είπατε και ο ίδιος, απαιτείται η πολιτική βούληση, απαιτείται πολιτική θέληση για να γίνει κάτι τέτοιο.

Από τη στιγμή που συμπεραίνεις ότι το επίσημο χρέος δεν θα αποπληρωθεί στο σύνολό του, θα πρέπει να κάνεις μία παύση και να καθίσεις να σκεφτείς ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για την αναδιάρθρωσή του. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι είναι καλύτερο να γίνει όσο το δυνατόν νωρίτερα καθώς και όσο το δυνατόν πιο συντονισμένα και συνολικά και όχι αποσπασματικά.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, και πάλι, θα ήσασταν υπέρ μιας δεύτερης αναδιάρθρωσης του χρέους; Με δεδομένα τα υψηλά επίπεδα χρέους, το γεγονός ότι η δημοσιονομική εξυγίανση έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και ότι τώρα η πιο επιτακτική ανάγκη είναι αυτή για μεταρρυθμίσεις, τόσο στο θεσμικό όσο και στο διαρθρωτικό επίπεδο, ποια θεωρείτε ότι είναι η σωστή κατεύθυνση από εδώ και πέρα;

Θα έλεγα στην ΕΕ και στην τρόικα ότι το επίσημο χρέος πρέπει να αναδιαρθωθεί, επειδή η Ελλάδα έχει αναλογία χρέους/ΑΕΠ πάνω από 150%. Νομίζω πως η ιδέα ότι αυτό μπορεί να ελαττωθεί στο 120% σύντομα είναι πλασματική. Και το 120% είναι πολύ υψηλό, δεν αφήνει καθόλου περιθώρια απορρόφησης των αρνητικών σοκ, και ξέρουμε ότι τα αρνητικά σοκ συμβαίνουν κατά καιρούς.

Πέρα από αυτό, νομίζω ότι η έμφαση της τρόικας στη διαρθρωτική μεταρρύθμιση είναι σωστή. Και στην περίπτωση που η ΕΚΤ και η Επιτροπή έβλεπαν μεγαλύτερη πρόοδο από την πλευρά της Ελλάδας, όσον αφορά τη διαρθρωτική μεταρρύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ., θα ήταν πιο πρόθυμες να χαλαρώσουν τις νομισματικές προϋποθέσεις και να προβούν και σε άλλες ενέργειες, οι οποίες θα διευκόλυναν την Ελλάδα και τις άλλες χώρες που βρίσκονται σε κρίση. Γι’ αυτό, λοιπόν, πιστεύω ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν προμηνύει βοήθεια εκ μέρους της ΕΚΤ, μέσω χαλάρωσης, επειδή φοβάται ότι η βοήθεια θα μειώσει την πίεση για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και εν τέλει δεν θα γίνει καμία διαρθρωτική μεταρρύθμιση. Η Ελλάδα μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα -ή καλύτερα η Ελλάδα μαζί με τις υπόλοιπες χώρες που βρίσκονται σε κρίση μπορούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα- με το να αναδείξουν τη θέληση και την ικανότητά τους για επιτάχυνση της διαρθρωτικής μεταρρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΚΤ θα είχε κάθε λόγο να πιστέψει ότι δεν υπάρχει ηθικός κίνδυνος στη χαλάρωση, και αυτό θα ήταν ένα θετικό αποτέλεσμα για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Τι θα λέγατε για τη μείωση των επενδύσεων; Ακόμη κι αν τα πράγματα εξελιχθούν σύμφωνα με το πρόγραμμα, πότε θα έρθει η ανάπτυξη; Τελικά, ο καλύτερος τρόπος, εξόδου από την κρίση, πέρα από την αναδιάρθρωση, έγκειται στην ενίσχυση της ανάπτυξης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, δεν συμφωνείτε;

Σε αυτό το σημείο θα εστίαζα σε τρία ζητήματα. Πρώτον, πιστεύω ότι η δραματική μείωση των επενδύσεων, της απασχόλησης των νέων, η νεανική ανεργία για να είμαι πιο ακριβής, κάνει μόνιμη ζημιά στις αναπτυξιακές προοπτικές των οικονομιών που βρίσκονται σε κρίση. Ξέρουμε ότι οι άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει το σχολείο και δεν είναι σε θέση να βρουν μια καλή πρώτη δουλειά, έχουν αρνητικές οικονομικές προοπτικές για όλη τους την ζωή. Επηρεάζεται η εισοδηματική τους κατάσταση, η παραγωγικότητά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Επομένως, έχει γίνει ήδη μεγάλη ζημιά σε μόνιμη βάση, επομένως η διαρθρωτική μεταρρύθμιση και μια πιο υποστηρικτική πολιτική από την ΕΚΤ και την τρόικα, θα μπορούσαν να εστιαστούν προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.

Το δεύτερο ζήτημα που θα ήθελα να θίξω είναι ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να έρθει μόνο από τις εξαγωγές. Η Ευρωζώνη σαν σύνολο είναι πολύ μεγάλη για να μπορέσει να βγει από την κρίση αποκλειστικά και μόνο από τις εξαγωγές. Κάθε οικονομία της Ευρωζώνης προσπαθεί να αυξήσει τις καθαρές εξαγωγές της προς τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης. Άρα συλλογικά το εγχείρημα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Συνεπώς, μέρος της ώθησης για την ανάπτυξη θα πρέπει να προέλθει από την εσωτερική ζήτηση και αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει υποστήριξη από τη δημοσιονομική πολιτική.

Το τελευταίο ζήτημα που θα θίξω σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική είναι ότι ο καθένας λέει ότι τα ελλείμματα στον προϋπολογισμό θα πρέπει να μειωθούν, ότι τα χρέη θα πρέπει να απομειωθούν, αλλά την ίδια στιγμή δεν βλέπω το λόγο γιατί αυτό να μην μπορεί να γίνει μέσα από μεγαλύτερα ελλείμματα τώρα και μικρότερα ελλείμματα στο μέλλον, εφόσον οι δεσμεύσεις για μικρότερα ελλείμματα στο μέλλον είναι αξιόπιστες.

Το Ευρωπαϊκό εξάμηνο, η δέσμη οικονομικής διακυβέρνησης (two-pack & six-pack) και όλα αυτά τα «φαντεζί» προγράμματα, έχουν σχεδιαστεί για αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Εάν οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες πιστεύουν αυτά που λένε, ότι δηλαδή πρόκειται για ισχυρές νέες πολιτικές που θα επιβάλουν τη δημοσιονομική πειθαρχία στο μέλλον, τότε υπάρχει η δυνατότητα για μεγαλύτερα ελλείμματα τώρα στις χώρες που βρίσκονται σε κρίση, αλλά και σε άλλες χώρες, εφόσον έχουν εγκαθιδρυθεί ισχυρότεροι θεσμοί που διασφαλίζουν ότι αυτά τα ελλείμματα μπορούν να εξαλειφθούν μεσοπρόθεσμα. Εάν δεν επιτρέψουν στις αποκαλούμενες χώρες GIPS να εμφανίσουν μεγαλύτερα ελλείμματα τώρα, τότε προφανώς δεν είναι όντως πεπεισμένοι για την αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού εξαμήνου και των άλλων μέτρων οικονομικής διακυβέρνησης

Η Ευρώπη έχει ανάγκη να βγει από την κρίση, άμεσα. Έχουμε φτάσει όπου έχουμε φτάσει, με δεδομένα τα λάθη του παρελθόντος. Κάποιοι λένε ότι τα πράγματα έχουν αρχίσει να λειτουργούν και ότι αν επιμείνουμε στην ίδια πολιτική  όλα θα πάνε καλά. Θεωρείτε αυτή την άποψη αξιόπιστη; Θεωρείτε πως μπορεί να κρατήσει αυτή η σχετική ηρεμία που επικρατεί τους τελευταίους μήνες; Αν όχι τι θα έπρεπε να γίνει άμεσα;

Δεν νομίζω ότι είναι αξιόπιστη. Πιστεύω ότι η κρίση θα επιστρέψει. Η Ευρώπη έχει επωφεληθεί από μερικά έκτακτα γεγονότα, τα οποία όμως δεν πρόκειται να επαναληφθούν. Πρώτον, η ανακοίνωση του προγράμματος απευθείας νομισματικών συναλλαγών και έπειτα η ανακοίνωση της πολιτικής της Τράπεζας της Ιαπωνίας. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας εξήγγειλε ένα απροσδόκητα μεγάλο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης στις 4 Απριλίου, και τα Ευρωπαϊκά spread έπεσαν, ενώ υποχώρησαν άλλες 100 μονάδες βάσης κατά τον ακόλουθο μήνα. Αυτή τη στιγμή, στις Ευρωπαϊκές αγορές ρέει πολύ χρήμα από την Ιαπωνία και από αλλού, αλλά δεν θα ρέει επ’ άπειρον. Συνεπώς, πιστεύω ότι η κρίση θα επιστρέψει. Ο μόνος τρόπος να την αντιμετωπίσουμε είναι μέσα από πολύπλευρες πολιτικές –μεταρρυθμίσεις τόσο στον τομέα της προσφοράς, ή με άλλα λόγια διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όσο και στον τομέα της ζήτησης, που σημαίνει μεγαλύτερη νομισματική και δημοσιονομική υποστήριξη. Εάν θέλετε να πάμε ακόμη πιο πέρα, θα έλεγα ότι εξίσου κρίσιμο θα είναι να δοθεί η απαραίτητη προσοχή στην τραπεζική ενοποίηση, επειδή οι τράπεζες δεν δανείζουν, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας. Με τον τρόπο αυτό επιβραδύνουν την Ευρωπαϊκή οικονομία -η τραπεζική ενοποίηση με μια ενιαία εποπτική αρχή και την ικανότητα του ΕΜΣ να χορηγεί κεφάλαια απευθείας στις τράπεζες θα ήταν μεγάλη βοήθεια.

Σας ευχαριστώ πολύ.