Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Ιούνιος – Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε.: «Ε, καλά… τι περιμένατε δηλαδή;»

Οι δύο σημαντικότερες αποφάσεις που ελήφθησαν στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες, μεταξύ 27 και 28 Ιουνίου, αφορούν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη Σερβία και την επιβεβαίωση ότι η Λετονία θα ενταχθεί στην ευρωζώνη τον ερχόμενο Ιανουάριο.

Αυτό που έχουμε σχεδόν ξεχάσει, ωστόσο, είναι ότι πριν από λίγα μόλις χρόνια τα Βαλκάνια βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Η προοπτική της ένταξης στην Ε.Ε., την οποία μόλις σήμερα εξασφάλισε η Κροατία, υπήρξε μια σημαντική κινητήρια δύναμη πίσω από την εδραίωση της δημοκρατίας και την πολιτική σταθεροποίηση. Η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων κατάφερε να απαλλάξει επιτέλους τη Σερβία από το στίγμα του κράτους που υποθάλπει εγκληματίες πολέμου. Η εξέλιξη αυτή, από κοινού με την ένταξη της Κροατίας, αποτελούν μια χρήσιμη υπενθύμιση για το καλό που μπορεί να αντιπροσωπεύει Ευρώπη….

Επιπλέον, η απόφαση της Λετονίας να ενταχθεί στο ευρώ λειτουργεί ως επιβεβαίωση του επιχειρήματος που προτάσσουν οι ηγέτες της Ε.Ε., με βάση το οποίο η «συστημική κρίση» του ευρώ έχει υπερκεραστεί, ενώ οι αμφιβολίες σχετικά με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του νομίσματος αρχίζουν σιγά-σιγά να εξασθενίζουν. Όπως θα εξηγήσω και στη συνέχεια, όμως, δεν είμαι πεπεισμένος ότι τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς.

Εξετάζοντας τα δύο πρωταρχικά ζητήματα που τέθηκαν επί τάπητος στη Σύνοδο (δηλαδή την ανεργία των νέων και τις τρέχουσες πιστωτικές συνθήκες), τα αποτελέσματα υπήρξαν τουλάχιστον πενιχρά. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την απόκλιση μεταξύ της «χορογραφίας» των περισσότερων Συνόδων της Ε.Ε. και του ακριβούς περιεχομένου των συμπερασμάτων τους (με τη Σύνοδο του Ιουνίου 2012 να αποτελεί αξιοσημείωτη εξαίρεση). Οι κάτοικοι της «φούσκας» των Βρυξελλών μπορεί να το έχουν συνηθίσει, όμως η συνάθροιση των αρχηγών 27 κυβερνήσεων και κρατών είναι ένα σπάνιο και εξαιρετικό γεγονός, με βάση τα διεθνή πρότυπα. Έτσι, όταν αυτοί οι ηγέτες δεσμεύονται να «κινητοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα μέσα προκειμένου να στηρίξουν την απασχόληση των νέων», ενώ στη συνέχεια βγαίνουν από την αίθουσα έχοντας αποφασίσει να αναβαθμίσουν τη διαδικτυακή πύλη για την απασχόληση (EURES), τότε είναι λογικό να αναμένουμε ένα αίσθημα απογοήτευσης μεταξύ των δημοσιογράφων και των πολιτών. Οι ηγέτες της Ε.Ε. επανέλαβαν επίσης τη δέσμευσή τους στις προηγούμενες αποφάσεις, όπως η πενιχρή Πρωτοβουλία για την Απασχόληση των Νέων, ο προϋπολογισμός της οποίας ανέρχεται στα έξι δισεκατομμύρια ευρώ, ή «η πλήρης αξιοποίηση της πρόσφατης κεφαλαιακής αύξησης ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, στην οποία προέβη η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων». Ήταν όμως απαραίτητη η σύγκληση ολόκληρης συνόδου, απλώς και μόνο για την επιβεβαίωση των προηγούμενων αποφάσεων; Άξιζε όντως το αποτύπωμα άνθρακα που άφησαν πίσω τους οι αρχηγοί των κρατών και των κυβερνήσεων, προκειμένου να μεταβούν στις Βρυξέλλες;

Η παραπάνω ερώτηση δεν αφορά απλώς τη θεατρικότητα της όλης υπόθεσης και την κάλυψή της από τα Μ.Μ.Ε. Κάθε φορά που μια Σύνοδος ολοκληρώνεται με ασήμαντα αποτελέσματα, ενισχύεται η διαδεδομένη εντύπωση της κοινής γνώμης στην Ευρώπη, βάσει της οποίας η Ε.Ε. αποτελεί ένα ήσσονος σημασίας επίτευγμα, μία απλή γραφειοκρατική διαδικασία. Οι ρίζες αυτής της εικόνας θα πρέπει να αναζητηθούν στο επίπεδο της εθνικής πολιτικής, αφού κάθε φορά που τα πράγματα δεν εξελίσσονται με βάση τις προσδοκίες, οι εθνικές κυβερνήσεις κατηγορούν τους «Ευρωκράτες» στις Βρυξέλλες για την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στη ρίζα τους. Και κάθε φορά που βρίσκονται λύσεις, οι κυβερνήσεις σπεύδουν να συγχαρούν τους εαυτούς τους – αυτό πιστεύω ότι θα γίνει και στην περίπτωση που η τρέχουσα Σύνοδος με θέμα την ανεργία, η οποία διεξήχθη στο Βερολίνο την Τετάρτη, 3 Ιουλίου, παράξει απτά αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα αυτού του πολιτικού παιχνιδιού είναι ότι ο Ευρωσκεπτικισμός βρίσκεται σε άνοδο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ είναι μάλλον βέβαιο ότι στη σύνθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ύστερα από τις επερχόμενες εκλογές το 2014, θα κυριαρχήσουν οι Ευρωσκεπτικιστές.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι άψογο και ότι δεν υπάρχει καμία δόση αλήθειας στις Γερμανικές ενστάσεις που υποστηρίζουν ότι οι Βρυξέλλες έχουν εθιστεί σε μια «επιτροπολογία» δίχως τέλος, η οποία μάλιστα προκαλεί σοβαρές καθυστερήσεις. Από την άλλη, ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός, το μοναδικό εργαλείο στη διάθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή των στρατηγικών αποφάσεων, ανέρχεται μόλις στο 1% του Α.Ε.Π. της Ε.Ε. Ως εκ τούτου, η οικονομική πρόβλεψη για πολιτικές όπως ή προώθηση της απασχόλησης των νέων δεν ξεπερνάει τα 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Με άλλα λόγια, οι Βρυξέλλες στερούνται τους απαραίτητους πόρους που θα τους επέτρεπαν να κάνουν αισθητή διαφορά, με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένες να αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες.

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ε.Τ.Ε.). Μπορεί η αύξηση κεφαλαίου κατά 10 δισεκατομμύρια ευρώ να ακούγεται εντυπωσιακή, αλλά εάν κοιτάξουμε στην αναφορά της Ε.Τ.Ε. του 2012, θα δούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού κατευθύνεται προς τον πυρήνα και τα ανατολικά της Ε.Ε. Η Τράπεζα Επενδύσεων έχει εμμονή με τη διαφύλαξη της αξιολόγησης ΑΑΑ και, ως εκ τούτου, χώρες όπως η Αυστρία είναι σε θέση να δανείζονται με ευνοϊκότερους όρους ανά κάτοικο, σε σύγκριση με χώρες όπως η Ελλάδα ή η Ισπανία, οι οποίες έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη δανεισμού.

Στην ουσία, η σημαντικότερη τροχοπέδη για την ανάπτυξη της περιφέρειας οφείλεται στη συνεχιζόμενη πιστωτική κρίση, ενώ η Ε.Τ.Ε. δεν έχει κάνει πολλά πράγματα για τη διευκόλυνση της κατάστασης. Για να δώσω ένα παράδειγμα, σχεδόν το 30% όλων των καταθέσεων αποσύρθηκαν από τις ελληνικές τράπεζες κατά τη διάρκεια της κρίσης, μέχρι στιγμής ανεπιστρεπτί. Για την ακρίβεια, το κούρεμα που επιβλήθηκε στις ανασφάλιστες καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών έχει παγώσει τη σταδιακή επιστροφή των καταθέσεων, λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας. Την ίδια στιγμή, η αναλογία των μη-εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) εξακολουθεί να αυξάνεται, εξαιτίας της επιδεινούμενης ύφεσης. Με τη σειρά τους, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη δεχθεί ένα σχεδόν θανατηφόρο πλήγμα, ως αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους το 2012. Ως εκ τούτου, ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα, ιδίως δε οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις, έχει απωλέσει τη ρευστότητά του, εξαιτίας της δεινής θέσης των τραπεζών της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, η εν εξελίξει διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης με την υποστήριξη πόρων της ευρωζώνης, είναι απίθανο να οδηγήσει σε σημαντική βελτίωση των πιστωτικών όρων στο εγγύς μέλλον, λόγω της αβεβαιότητας, της διαρκούς αύξησης των NPLs και της έλειψης επενδύσεων. Πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μια οικονομία, τη στιγμή που οι μικρο-μεσαίες επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν δάνεια με επιτόκια πιστωτικών καρτών; Και στην Κύπρο, πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η οικονομία, τη στιγμή που τα αποθέματα μετρητών των καθ’ όλα νόμιμων εγχώριων επιχειρήσεων, τα οποία βρίσκονταν στις δύο μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας, έχουν ουσιαστικά εξαφανιστεί; Εξ όσων γνωρίζω, η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα εξακολουθεί να μην υπάρχει. Αυτό που γνωρίζουμε, είναι ότι η Ε.Κ.Τ. σχεδιάζει κάποιου είδους παρέμβαση για το ερχόμενο Φθινόπωρο, παρόλο που ο λαός δεν φαίνεται πεπεισμένος ότι θα υπάρξει ουσιαστική διαφορά.

Φυσικά, οι πλέον αισιόδοξοι φαίνεται να δηλώνουν ότι η ακεραιότητα της ευρωζώνης είναι εξασφαλισμένη και ότι έχουμε ξεπεράσει την κρίση. Οι χώρες έχουν σκληρύνει ύστερα από τα τόσα χρόνια συρρίκνωσης, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, και θα αντέξουν εύκολα σε ένα ακόμη δυνητικό χτύπημα. Ωστόσο, πρόκειται για μια υπόθεση με σαθρά θεμέλια. Εάν τα επίπεδα της ανεργίας εξακολουθήσουν να αυξάνονται και εάν συνεχιστεί η ύφεση σε χώρες όπως η Ελλάδα και εντός του 2014, όπως προβλέπουν άλλωστε το Δ.Ν.Τ. και ο Ο.Ο.Σ.Α., τότε αργά ή γρήγορα θα φθάσουμε πάλι σε ένα οριακό σημείο. Η επιταχυνόμενη άνοδος της άκρας Δεξιάς («Χρυσή Αυγή») καταδεικνύει ότι προσεγγίζουμε αυτό το οριακό σημείο. Η κατάσταση στον Νότο είναι τόσο τεταμένη αυτή τη στιγμή, ώστε χρειάζεται μόνο μια μικρή θρυαλλίδα για να ξεκινήσει μια ανεξέλγκτη πυρκαγιά. Η Ελλάδα, από την άλλη, βρίσκεται παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο όπου η ασθενής οικονομική δραστηριότητα οδηγεί σε πολιτικούς κλυδωνισμούς, υπονομεύοντας έτσι οποιαδήποτε προοπτική για ανάκαμψη. Την ίδια στιγμή, η ψυχολογία των Κύπριων αγγίζει τα όρια της συλλογικής κατάθλιψης. Εάν η Τράπεζα Κύπρου έχει την ίδια μοίρα με τη Λαϊκή, και διαγραφούν όλες οι ανασφάλιστες καταθέσεις της, τότε τόσο ο λαός όσο και η κυβέρνηση δεν θα έχουν πια κανένα κίνητρο παραμονής στην ευρωζώνη.

Εν κατακλείδι, υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια για το άμεσο μέλλον: το πρώτο, προβλέπει ότι οι κυβερνήσεις και οι λαοί του Νότου θα συνεχίσουν να αγωνίζονται σκληρά, έως ότου κοπάσει η καταιγίδα. Τα δειλά μέτρα που ψηφίστηκαν από τη Σύνοδο της Ε.Ε. για την ανεργία και τη ρευστότητα θα λειτουργήσουν ως «μαξιλάρι» για τους επόμενους 12-15 μήνες, οπότε και θα εφαρμοστούν αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις, θα επιστρέψει η εμπιστοσύνη στις αγορές και θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς το βελτιωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Το δεύτερο σενάριο συνίσταται στην εμφάνιση ενός απρόσμενου γεγονότος, το οποίο θα πυροδοτήσει την αποσταθεροποίηση σε μία χώρα, δημιουργώντας ένα ντόμινο για τις χώρες του Νότου, ακόμη και για τη Γαλλία. Ως εκ τούτου, όλες οι μέχρι τότε στρατηγικές θα αποτύχουν και ο συστημικός κίνδυνος θα επιστρέψει, ακόμη πιο ορμητικός. Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το σενάριο είναι να ληφθούν άμεσα επιθετικά μέτρα για την αποκατάσταση της ρευστότητας στον Νότο (ίσως μέσω μαζικών διμερών συμφωνιών, ή με τη δημιουργία προϋπολογισμού της ευρωζώνης), καθώς και να παρασχεθούν κίνητρα (π.χ. φορολογικές ελαφρύνσεις) σε εταιρείες του Βορρά που επενδύουν στον Νότο. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις είναι ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η ενότητα της ενιαίας αγοράς και να επιταχυνθεί η ανάκαμψη στην αγορά εργασίας. Για το κατά πόσο είναι πολιτικά εφικτές αυτού του είδους οι παρεμβάσεις, ωστόσο, θα πρέπει να ρωτήσουμε τις ίδιες τις κυβερνήσεις του Βορρά.