Go to Top

Συνέντευξη του Paul De Grauwe, Καθηγητή στο London School of Economics, στον Υπεύθυνο του Παρατηρητηρίου για την Κρίση, Δημήτρη Κατσίκα

Ποιές πιστεύετε ότι είναι οι κυριότερες συστημικές αδυναμίες της Ευρωζώνης, ακόμη και πριν από την έλευση της κρίσης;

Πιστεύω ότι υπάρχει μια σειρά από σχεδιαστικές αδυναμίες, γι’ αυτό και θα αναφερθώ στις σημαντικότερες εξ’ αυτών. Κατά τη γνώμη μου, η πρώτη έγκειται στο γεγονός ότι παρόλο που η κυκλοφορία χρήματος οργανώθηκε σε κεντρικό επίπεδο,  πολλές από τις οικονομικές πολιτικές διατηρήθηκαν στο επίπεδο των εθνικών κρατών, δημιουργώντας έτσι ένα περιβάλλον όπου οι χωρές είχαν τη δυνατότητα να αποκλίνουν. Έχουμε δει ότι μπορούμε να οδηγηθούμε από εξαιρετική οικονομική άνθηση σε φούσκες, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Ισπανίας, είδαμε την καταναλωτική φούσκα στην Ελλάδα, ενώ δεν συνέβη το ίδιο σε άλλες χώρες. Έτσι, εντός της νομισματικής ένωσης είχαν δημιουργηθεί αποκλίσεις, οι οποίες διέφευγαν από κάθε έλεγχο, καθώς δεν υπήρχε μηχανισμός για τον περιορισμό τους. Έπειτα, έγινε φυσικά εμφανές ότι, για τις χώρες που γνώρισαν ραγδαία οικονομική άνθηση, η επιλογή τους να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη αυτή μέσω υπερβολικού χρέους ήταν πλέον μη-βιώσιμη. Στον τομέα του σχεδιασμού, δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός που να συνεκτιμά καθ’ οποιονδήποτε τρόπο αυτές τις αποκλίσεις.

Η άλλη αποτυχία στο κομμάτι του σχεδιασμού αφορά το γεγονός ότι, όταν ξεκινήσαμε τη νομισματική ένωση, κάτι άλλαξε ριζικά. Αυτό αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις, ενώ έσπευσαν να ενταχθούν στη νομισματική ένωση, είχαν ως τότε τη δυνατότητα να εκδίδουν το δικό τους νόμισμα και, ως εκ τούτου, ήταν σε θέση να εγγυηθούν στους ομολογιούχους τους ότι τα χρήματα θα είναι πάντα εκεί, αφού «εμείς οι ίδιοι τυπώνουμε τα χρήματα». Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να εγγυηθεί στους ομολογιούχους ότι οι τόκοι -σε δραχμές- θα είναι πάντα εκεί για να τους αποπληρώσει. Φυσικά, αυτό προκάλεσε σύγχυση σε κάποιους, που νόμισαν ότι τουλάχιστον έτσι δεν θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε πτώχευση από την αγορά. Και αυτό άλλαξε δραματικά με την έναρξη της νομισματικής ένωσης, όταν ξαφνικά όλες αυτές οι κυβερνήσεις έπρεπε να εκδίδουν χρήμα σε ένα ξένο νόμισμα, στο ευρώ, και συνεπώς δεν μπορούσαν να εγγυηθούν ότι τα μετρητά θα είναι πάντα εκεί.

Ως εκ τούτου, όταν η χώρα βρεθεί υπό πίεση, δημιουργείται η αίσθηση ότι η κυβέρνηση στερείται πλέον τα απαραίτητα μετρητά για να παραμείνει στην αγορά, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει ένα αίσθημα κρίσης και να εξωθήσει τις κυβερνήσεις σε υπέρμετρη λιτότητα, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε ύφεση. Αυτό που έλειπε, στην περίπτωσή μας, ήταν η βούληση της Κεντρικής Τράπεζας να παράσχει ρευστότητα σε περίοδο κρίσης. Αυτή ήταν, λοιπόν, η δεύτερη σχεδιαστική αποτυχία -και οι δυο μαζί έπαιξαν τον ρόλο τους- επειδή η απόκλιση για την οποία μιλούσα προκάλεσε αναστάτωση σε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση ή σε αρκετές κυβερνήσεις. Αυτές, δημιούργησαν από μόνες τους μια ατμόσφαιρα κρίσης και εξωθήθηκαν σε μια κακή ισορροπία. Αυτές είναι οι σχεδιαστικές αποτυχίες και θα πρέπει να κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε αυτό.

Μιας και περιγράφετε τη συμβολή τους στην κρίση, πώς αποδείχθηκαν προβληματικές αυτές οι αδυναμίες για την αντιμετώπιση της κρίσης;

Η κρίση δεν αντιμετωπίστηκε σωστά, επειδή η διάγνωση που έγινε ήταν ριζικά λανθασμένη, αφού απέτυχαν να κατανοήσουν τη φύση αυτών των αστοχιών του σχεδιασμού. Η πηγή των αποκλίσεων που είδαμε αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα, ενώ σε ορισμένες χώρες υπήρξε υπέρμετρη συσσώρευση χρέους, λόγω της ευφορίας που επικρατούσε, που συνοδεύτηκε από οικονομική έκρηξη, από φούσκες. Φυσικά, από ένα σημείο και έπειτα, αφότου εκδηλώθηκε η κρίση, οι κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να ανασυνταχθούν. Οδηγήθηκαν έτσι σε δημοσιονομική κρίση, ιδίως όμως στον Βορρά η εντύπωση που επικράτησε ήταν ότι όλες αυτές οι κυβερνήσεις υπήρξαν απείθαρχες στο παρελθόν και συνεπώς έπρεπε να πειθαρχήσουν. Δημιούργησαν έτσι μηχανισμούς για την επιβολή πειθαρχίας, το έκαναν όμως τη λάθος στιγμή, επειδή στην ουσία επρόκειτο για ύφεση στον ισολογισμό του ιδιωτικού τομέα. Επομένως, ο ιδιωτικός τομέας ήθελε απομόχλευση και οι κυβερνήσεις έπρεπε αναπόφευκτα να αυξήσουν το χρέος τους. Λόγω λανθασμένης διάγνωσης, όμως, νόμισαν ότι το πρόβλημα αφορούσε την πειθαρχία. Οι ενέργειές τους επέτειναν την κρίση, αφού προσπάθησαν να επιβάλουν υπέρμετρη πειθαρχία τη λάθος στιγμή. Δεν λέω ότι δεν θα πρέπει να γίνει τίποτα για την εκτίναξη του χρέους που είδαμε, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή θα έπρεπε απλώς να το περιορίσουμε. Αυτό ήταν εντελώς λάθος – αυτή είναι και η πρώτη αποτυχία. Η δεύτερη αποτυχία έγκειται στο γεγονός ότι δεν είχε γίνει εμφανές το πόσο εύθραυστο ήταν το σύστημα, η EKT θα έπρεπε να έχει παρέμβει πολύ νωρίτερα. Εν τέλει, το 2012, αποφάσισαν ότι, ναι, έπρεπε να μετατραπεί σε δανειστή έσχατης ανάγκης  πράγμα που, ωστόσο, έγινε αργά. Αυτό επέτρεψε στην κρίση να ενταθεί και να οδηγήσει στην ύφεση που διανύουμε.

Από την άλλη, ασκείται κριτική εκ μέρους κάποιων κύκλων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η παροχή χρηματοδότησης στις τράπεζες της περιφέρειας μέσω του Eυρω-συστήματος, δημιούργησε σημαντικούς κινδύνους για τις χώρες-πιστωτές, μέσω του συστήματος Target-2. Έχετε συμμετέχει ενεργά σε πρόσφατη ακαδημαϊκή συζήτηση γύρω από το ζήτημα. Ποια είναι η άποψή σας σχετικώς;  

Πρώτα απ’ όλα, το σύστημα Target, όλο αυτό που έγινε επέτρεψε τη διάσωση των γερμανικών τραπεζών. Οι γερμανικές τράπεζες εγείραν αξιώσες έναντι του Νότου. Είναι αυτές οι ίδιες που παρέσχαν χρηματοδότηση στις τράπεζες του Νότου, η οποία οδήγησε σε ραγδαία οικονομική άνθηση. Συνέβη το ίδιο στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιρλανδία, και όταν εκδηλώθηκε η κρίση, αυτές οι γερμανικές τράπεζες άρχισαν να έχουν πρόβλημα. Χάρη στο σύστημα πληρωμών Target, οι γερμανικές τράπεζες είναι σε θέση να μετατρέψουν τις αξιώσεις τους από ιδιωτικές σε δημόσιες, κι έτσι σώθηκαν οι γερμανικές τράπεζες. Γι’ αυτό μου φαίνεται πολύ υποκριτικό να ενίστανται οι Γερμανοί σχετικά με το εν λόγω θέμα. Απεναντίας, θα πρέπει να νιώθουν ευτυχείς με αυτό που συνέβη, αφού ειδάλλως θα είχαν μεγάλο πρόβλημα.

Πώς συνέβη αυτή η μετακίνηση των αξιώσεων;

Σ’ αυτό βοήθησε το σύστημα πληρωμών. επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα παράδειγμα. Οι γερμανικές τράπεζες δανείζουν χρήματα στις ελληνικές τράπεζες, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή οι γερμανικές τράπεζες αποφάσισαν να διακόψουν τη χρηματοδότηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί θέμα ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες, αφότου παρήλθε η ημερομηνία λήξης τους. Ως εκ τούτου, οι ελληνικές τράπεζες αναγκάστηκαν να χρηματοδοτηθούν από το Ευρω-σύστημα, και η Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας συσσώρευσε υποχρεώσεις έναντι της Bundesbank. Οι αξιώσεις αυτές μετατράπηκαν σε αξιώσεις της γερμανικής Bundesbank, μέσω του συστήματος πληρωμών.

Υπ’ αυτή την έννοια, οι γερμανικές τράπεζες μετακύλισαν τις αξιώσεις που είχαν προς τις ελληνικές τράπεζες, προς την Bundesbank, μέω των αποθεματικών αποθεματικών και των καταθέσεων, γιατί έτσι λειτουργούσε ο μηχανισμός, και αυτό που μέχρι τότε αποτελούσε κατάθεση στην ελληνική τράπεζα μετατράπηκε σε κατάθεση στη Bundesbank. Έτσι, η φύση των αξιώσεων άλλαξε μορφή, προς όφελος και διασφάλιση των γερμανικών συμφερόντων.

Εάν οι γερμανικές τράπεζες δεν είχαν προσφύγει στη Bundesbank, τότε θα είχαν αξιώσεις απέναντι στις ελληνικές τράπεζες, οδηγώντας το οποίο θα τις οδηγούσε στην κατάρρευση. Κάτι τέτοιο θα ήταν σε κάθε περίπτωση επιζήμιο και για τις δύο πλευρές. Υπ’ αυτή την έννοια, η φύση του κινδύνου δεν έχει αλλάξει.

Ο κίνδυνος προέκυψε από το γεγονός ότι η Γερμανία έχει συσσωρεύσει κρίσιμα πλεονάσματα, τα οποία βαρύνονυν την αντίθετη πλευρά, δηλαδή την Ελλάδα, ως υποχρεώσεις -οικονομικές υποχρεώσεις- προς τον υπόλοιπο κόσμο, ιδίως προς την υπόλοιπη ευρωζώνη. Επομένως, πρόκειται για μια μεθοδευμένη πολιτική, η οποία οδήγησε τους Γερμανούς στη συσσώρευη οικονομικών αξιώσεων. Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να παραπονιούνται, αυτό ήθελαν και προφανώς συσσώρευσαν παραπάνω απ’ όσα έπρεπε.

Η Γερμανία θα μπορούσε να έχει αντικαταστήσει όλους αυτούς τους τίτλους, θα έπρεπε να το γνωρίζει αυτό, γι’ αυτό και ο κίνδυνος δεν έχει μειωθεί καθόλου από τη δημιουργία συστήματος πληρωμών Target. Η ανάλυση που έγινε είναι προφανώς παντελώς λανθασμένη. Επρόκειτο για το σύστημα πληρωμών και ο κίνδυνος υπήρχε, γι’ αυτό οι Γερμανοί χρειάζονταν πλεονάσματα και, ως αποτέλεσμα, υπήρχε μεγάλος κίνδυνος λόγω της συσσώρευσης αξιώσεων προς τις ελληνικές τράπεζες, τις Πορτογαλικές και τις Ισπανικές τράπεζες. Έπρεπε να το είχαν σκεφτεί καλύτερα.

Μπορεί να βοηθήσει η EKT και, εάν ναι, πώς;

Φυσικά και μπορεί, θυμηθείτε την περσινή σημαντική εξέλιξη, όταν η EKT ανακοίνωσε ότι θα παρείχε απεριόριστη ρευστότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων, αλλά το πρόβλημα είναι ότι συνέδεσε αυτή την κίνηση με προϋποθέσεις –το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Σημαίνει περισσότερη λιτότητα; Ελπίζω όχι, αλλά τουλάχιστον έκαναν κάτι. Τώρα όμως θα πρέπει να προχωρήσουμε παραπέρα, και αυτό σημαίνει να προσπαθήσουμε να «ξεκλειδώσουμε» το τραπεζικό σύστημα, καθώς γνωρίζουμε ότι σε αρκετές χώρες του Νότου, οι τράπεζες δεν είναι πλέον διατεθειμένες να δανείσουν. Η EKT θα έπρεπε, και όντως μπορεί, να κάνει κάτι, και ένα παράδειγμα είναι αυτό που έχει κάνει η Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία έχει προβεί στην αγορά ορισμένων τραπεζικών χρεογράφων καλυπτόμενων από στοιχεία ενεργητικού. Προς αυτόν τον σκοπό, αγοράζει δάνεια που έχουν χορηγηθεί σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις αφού τα επαναδιαπραγματευτεί, και τα προσθέτει στον ισολογισμό της, δίνοντας έτσι ώθηση στον δανεισμό, πράγμα πολύ σημαντικό για αρκετές χώρες. Για παράδειγμα, για την Ελλάδα ή την Ιταλία, όπου υπάρχει πραγματική πιστωτική κρίση η οποία έχει οδηγήσει σε παράλυση. Εκεί ακριβώς χρειάζεται δράση.

Άρα καταλαβαίνω ότι θα ήσασταν υπέρ της προσέγγισης που έχουν υιοθετήσει η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ και η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας. Είναι μια τέτοια αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής, πολιτικά εφικτή και πιθανή;

Ναι, φυσικά. Υπάρχουν φυσικά διάφοροι τρόποι για να γίνει κάτι τέτοιο. στην Ιαπωνία πήρε βασικά τη μορφή αγοράς κρατικών ομολόγων. Πιστεύω ότι αυτό θα πρέπει να είναι ένα από τα βήματα, τη στιγμή που η EKT έχει δηλώσει τη βούλησή της να το κάνει, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση μέχρι στιγμής. Θα έπρεπε να έχει τη βούληση να αγοράσει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά, προκειμένου να μειωθούν τα επιτόκια στις χώρες το Νότου. Αυτό είναι το πρώτο σημείο-κλειδί. Το άλλο, ακόμη βασικότερο -κατά τη γνώμη μου- εργαλείο, είναι αυτό που μόλις ανέφερα, η προσπάθεια δηλαδή να αυξηθεί η ρευστότητα μέσω του τραπεζικού τομέα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι τις τράπεζες να μην θέλουν να δανείσουν, επειδή επαναπαύονται στην ύπαρξη συσσωρευμένων αποθεματικών. Υπάρχει μεγάλη ρευστότητα από την πλευρά της ΕΚΤ αλλά δεν την χρησιμοποιούν. Δεν χρησιμοποιείται στην πραγματική οικονομία, και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα έπρεπε να παρέμβει η ίδια η EKT και να αναλάβει τη διαχείριση των δανειοδοτήσεων. Υπάρχουν στη διάθεσή μας οι τεχνικές για να γίνει κάτι τέτοιο, όπως π.χ. η χρήση χρεογράφων για την παροχή εγγυήσεων, οπότε και οι εμπορικές τράπεζες μπορούν να τα χρησιμοποιούν ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας. Θεωρώ πως οι τράπεζες είναι διατεθειμένες να το κάνουν.

Και μια διαφορετική ερώτηση: στην Ελλάδα έχουμε τεράστιο πρόβλημα με το «κακό» χρέος του ιδιωτικού τομέα. Έχουν ακουστεί για ταχεία αναδιάρθρωση στα πρότυπα της Κορέας, κλείνοντας μερικές τράπεζες ή αναδιαρθρώνοντας τα χρέη των ιδιωτών. Ποια είναι η γνώμη σας;

Σε αυτή την περίπτωση, το φορτίο του χρέους υπάρχει επειδή η οικονομία έχει καταρρεύσει. Πρέπει πραγματικά να αναθερμάνουμε την οικονομία, έτσι μόνο θα λυθεί το πρόβλημα του δυσβάσταχτου χρέους. Υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης, λόγω της συρρίκνωσης της οικονομίας. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να υπάρξει αναδιάρθρωση του χρέους, όπως συνέβη με τις οφειλές του δημοσίου. Όπως γνωρίζετε, αυτό που συνέβη είναι ότι το κρατικό χρέος που βρισκόταν στα χέρια ιδιωτών μειώθηκε κατά 50% και πλέον. Τώρα, το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου ελληνικού χρέους βρίσκεται στους δημόσιους οργανισμούς, και θα πρέπει να γίνει αναδιάρθρωση και σε αυτό. Προφανώς δεν είναι να ειπωθεί ξεκάθαρα για πολιτικούς λόγους – το καταλαβαίνω αυτό. Αλλά νομίζω ότι με πολιτική βούληση, θα μπορούσαμε να το καταφέρουμε.

Η λιτότητα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι φοβερή, έχουν γίνει μεγάλες προσπάθειες. δεν μπορείτε να συνεχίσετε να λέτε στους Έλληνες ότι πρέπει να παραμείνουν σε αυτό το μονοπάτι, να εξακολουθήσουν να χρηματοδοτούν όλα τα χρέη – κάτι τέτοιο είναι μη-βιώσιμο.

Οι Γερμανοί παραπονιούνται ότι οι φορολογούμενοι πολίτες της Γερμανίας πληρώνουν για τους Έλληνες, ενώ συμβαίνει το αντίθετο. οι Έλληνες φορολογούμενοι είναι αυτοί που πληρώνουν τους Γερμανούς – και αυτό θα πρέπει να σταματήσει. Είναι πραγματικά παράλογο ότι είστε υποχρεωμένοι να πληρώνετε τους Γερμανούς.

Αυτή η χώρα είχε ανέκαθεν πολλά διαρθρωτικά προβλήματα, υψηλά επίπεδα χρέους και ελλειμμάτων. Προκειμένου να επανακάμψει μια χώρα με τέτοια προβλήματα απαιτούνται διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις, χρειάζεται κάποιου είδους σταθεροποίηση, ώστε να αντιμετωπιστεί το χρέος και το έλλειμμα. Υπάρχει κάτι που θα προτείνατε;

Έχετε κάνει πολλά στο κομμάτι της δημοσιονομικής εξυγίανσης, κάνετε πολλά και έχετε προχωρήσει πάρα πολύ. Δεν λέω ότι δεν πρέπει να υπάρξει λιτότητα στην Ελλάδα, πιθανώς όμως υπήρξε πολύ ξαφνική και έντονη, όπως έγινε φανερό σε αρκετές περιπτώσεις. Αυτή η κατάσταση δεν πάει άλλο. Πρέπει να δημιουργείτε πρωτογενές πλεόνασμα, να λέτε στον λαό ότι, κάθε χρόνο, θα δίνεις από το εισόδημά σου ένα μέρος για την αποπληρωμή των πιστωτών της χώρας από τη Βόρεια Ευρώπη, οι οποίοι μάλιστα διαμαρτύρονται επειδή τάχα πρέπει να σας συντηρούν. Αυτό είναι ανόητο, είναι πολιτικώς μη-βιώσιμο, γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι σημαντικό να προβείτε σε μια βαθειά αναδιάρθρωση του χρέους, ούτως ώστε να σταματήσετε να ματώνετε εσείς για τους άλλους.

Έχετε κάποια συμβουλή να δώσετε στην Ελλάδα; Πέρα από την αναδιάρθρωση του χρέους του επίσημου τομέα (OSI), τι άλλο μπορεί να γίνει για να αρχίσει να αλλάζει κάπως η κατάσταση; Τι θα συμβουλεύατε σήμερα την κυβέρνηση;

Η ελληνική κυβέρνηση έχει απωλέσει σε μεγάλο βαθμό τα κυριαρχικά της δικαιώματα, γεγονός που αποτελεί ένα ακόμη. Έχετε δείξει ότι είστε διατεθειμένοι να πάτε πολύ μακριά, ενώ το κράτος επέδειξε αρκετά μεγάλη βούληση. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να επιμείνει, θα πρέπει να χαλαρώσουν τα μέτρα λιτότητας, προκειμένου να επανέλθετε στην ανάπτυξη. Μέτρα αναδιάρθρωσης του χρέους θα πρέπει να αποτελέσουν μέρος της προσπάθειας.

Με δεδομένα τα υψηλά ελλείμματα και επίπεδα χρέους, την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την αδυναμία προσέλκυσης επενδύσεων, εξαιτίας διάφορων λόγων, μη εξαιρουμένης της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας σχετικά με την κρίση, ποιες συμβουλές πολιτικής θα δίνατε στην Ελλάδα, προκειμένου να επιστρέψει στην ανάκαμψη με τον πλέον ανώδυνο τρόπο;

Χρειάζεται συνδυασμός και συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, παράλληλα με τη βούληση της EKT να μειώσει τα επιτόκια για την Ελλάδα, αυτό είναι νευραλγικό για την ώθηση της οικονομίας.

Τι πιστεύετε για τη λύση που δόθηκε στην Κύπρο; Σύμφωνα με κάποιους,  είναι η πιο δίκαια λύση μέχρι στιγμής, αφού το βάρος των ιδιωτικών οφειλών το ανέλαβαν οι μέτοχοι, πιστωτές και καταθέτες των τραπεζών και όχι οι φορολογούμενοι.

Διαφωνώ με αυτό. Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη φύση του τραπεζικού συστήματος. Τράπεζα σημαίνει εμπιστοσύνη, όταν ανακοινώνεις κάτι όπως αυτό, εάν διατηρείς καταθέσεις στις τράπεζες που υπερβαίνουν τις 100.000€, θα πρέπει να υπολογίζεις ότι θα χάσεις μέρος των χρημάτων σου όταν οι τράπεζες βρεθούν σε μπελάδες. Έτσι δημιουργούνται οι τραπεζικές κρίσεις, όταν υπάρχει αβεβαιότητα για το πώς τα πάει η τράπεζα, τότε οι άνθρωποι γίνονται νευρικοί και μεταφέρουν αλλού τα χρήματά τους. Εφόσον όλα αυτά παραμένουν εθνικά, το πρόβλημα θα επιστρέψει, αφού η τοπική τραπεζική κρίση μετατρέπεται σε κρίση δημόσιου χρέους.

Ποιες προσπάθειες πρέπει να γίνουν στον τραπεζικό τομέα;

Είναι ελάχιστα αυτά που έχουν γίνει. Οι τράπεζες δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά μπορούν να επιδοθούν σε όλες εκείνες τις δραστηριότητες, ακόμη και στις κερδοσκοπικές, το μόνο πράγμα που έχει αλλάξει είναι ότι θα υπάρξει περισσότερη ρυθμιστική παρέμβαση, ορισμένοι δείκτες κεφαλαικής επάρκειας θα αυξηθούν, νομίζω ότι θα έπρεπε να είχαμε αρπάξει την ευκαιρία να αλλάξουμε το τραπεζικό μας μοντέλο, ώστε να διαχωρίσουμε την παραδοσιακή τραπεζική δραστηριότητα από την επενδυτική δραστηριότητα των τραπεζών. Αυτό είναι το ένα σημείο, και το άλλο έχει να κάνει με τον δείκτη κεφαλαικής επάρκειας, ο οποίος θα πρέπει να αναγκάζει τις τράπεζες να διακρατούν μεγαλύτερο μετοχικό κεφάλαιο. Αλλά όχι κατά τη διάρκεια της ύφεσης. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης, δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη επιλογή, επειδή θα οδηγήσει σε επιδείνωση της ύφεσης. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα θα πρέπει να κινηθούμε προς ένα σύστημα όπου οι τράπεζες έχουν μεγαλύτερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Όχι και πολύ καιρό πριν, οι τράπεζες είχαν δείκτες μόχλευσης στο 20%, ποσοστό που πλέον έχει μειωθεί στο 2% ή 3%, πράγμα εντελώς απαράδεκτο. Εάν κοιτάξετε τριγύρω, μια τυπική επιχείρηση διαθέτει φυσιολογικά μετοχικό κεφάλαιο που ανέρχεται σε 20-30%. Πραγματικά, θα πρέπει να αναγκάσουμε τις τράπεζες να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Πράγματι, βγαίνουν κερδισμένες από το γεγονός ότι έχουν επίγνωση του μεγέθους τους, που είναι πολύ μεγάλο για να αφεθούν να αποτύχουν (too big to fail). Ως εκ τούτου, θέλουν να συσσωρεύσουν όσο το δυνατόν περισσότερα, με όσο το δυνατόν λιγότερα ίδια κεφάλαια. Αυτή είναι πραγματικά μια μεγάλη αποτυχία της αγοράς, την οποία θα πρέπει να αποτρέψουμε.

Είστε γενικώς αισιόδοξος, πιστεύετε πως βρισκόμαστε στο τέλος της κρίσης;

Δεν είμαι πεπεισμένος – βρίσκομαι εδώ για δύο μέρες και άκουσα αρκετούς αξιωματούχους να ισχυρίζονται ότι βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ και ότι θα ξεπεράσουμε την κρίση σύντομα. Το ελπίζω, αλλά διατηρώ τις επιφυλάξεις μου. Εάν δεν αλλάξει τίποτα στην Ευρωζώνη, τότε η Ελλάδα θα συνεχίσει να βρίσκεται σε μια κατάσταση αρνητικής ανάπτυξης ή μηδενικής ανάπτυξης, καθιστώντας τήν υπέρβαση της κρίσης πολύ δύσκολη, με το χρέος να εξακολουθεί να παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να μειωθεί η ανεργία. Είναι σαν μια ωρολογιακή βόμβα, οι πολιτικοί και κοινωνικοί χτύποι της οποίας σημαίνουν την αντίστροφη μέτρηση. Επομένως, εάν δεν γίνει κάτι περισσότερο ουσιώδες, τότε πολύ φοβάμαι ότι δεν θα δούμε ακόμα το φως.

Μπορείτε να μας αναφέρετε δύο-τρία μέτρα που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο γρήγορα;

Πρώτον, η EKT θα πρέπει να επιδείξει θέληση για την επίλυση της πιστωτικής κρίσης, η οποία καθιστά πολύ δύσκολη την επιστροφή των οικονομιών σε ρυθμούς ανάπτυξης. Και σε αυτό το σημείο, η EKT κατέχει ρόλο καταλύτη. Δεύτερον, η φύση των δημοσιονομικών πολιτικών που ακολουθούνται στην Ευρωζώνη θα πρέπει να αλλάξει. Η λιτότητα και ο αποπληθωρισμός επιβλήθηκε σε όλα τα προγράμματα αναδιάρθρωσης. Αυτό έγινε από της χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι οποίες είχαν τη δυνατότητα να το κάνουν. Επομένως, θα έπρεπε να αρχίσουν να τονώνουν την οικονομία τους, ιδίως δε η Γερμανία. Αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος, αφού δεν υπάρχει η απαιτούμενη πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο στη Γερμανία.

Τέλος, τι θα λέγατε για τα ευρωομόλογα?

Τα ευρωομόλογα είναι κάτι που χρειαζόμαστε, προκειμένου να διασφαλίσουμε τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του πειράματος που ονομάζουμε Ευρωζώνη. Παρόλο που δεν είναι από μόνα τους σε θέση να αντιστρέψουν την ύφεση, είναι κάτι που χρειαζόμαστε για τις αγορές. Κατά κάποιο τρόπο, θα είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι έχουμε περάσει το σημείο που δεν έχει επιστροφή. Δημιουργείται, έτσι, εμπιστοσύνη ως προς το μέλλον του εγχειρήματος της Ευρωζώνης.