Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Η Σύνοδος των Χρονοδιαγραμμάτων

Εν αναμονή του σχηματισμού κυβέρνησης στη Γερμανία, η Ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής δεν έλαβε, όπως άλλωστε αναμενόταν, ουσιαστικές αποφάσεις για κανένα από τα θέματα που απασχόλησαν την ατζέντα της. Ωστόσο, σε μία συνάντηση που διεξήχθη υπό την σκιά των καταγγελιών για παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνδιαλέξεων Ευρωπαίων ηγετών από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, οι συμμετέχοντες συμφώνησαν σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα λήψεως αποφάσεων τους επόμενους μήνες.

Ειδικότερα, για τη αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, που ήταν και το βασικό θέμα ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την πρόσφατα συσταθείσα «Οµάδα Δράσης» για τη Μεσόγειο «να προσδιορίσει δράσεις προτεραιότητας για την πιο αποδοτική χρήση των ευρωπαϊκών πολιτικών και εργαλείων σε βραχυπρόθεσµο επίπεδο». Η Κομισιόν εκλήθη να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις, «για τη λήψη επιχειρησιακών αποφάσεων», με βάση τα συμπεράσματα αυτής της Task Force για το θέμα της μετανάστευσης, έως τις 5 Δεκεμβρίου. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεσμεύτηκε επίσης «να επανέλθει στα θέµατα ασύλου και µετανάστευσης στο πλαίσιο µιας ευρύτερης και πιο µακροπρόθεσµης πολιτικής προοπτικής τον Ιούνιο του 2014, οπότε θα οριστούν στρατηγικές κατευθυντήριες γραµµές για περαιτέρω νοµοθετικό και επιχειρησιακό σχεδιασµό». Θετικό στοιχείο για την Ελλάδα είναι και ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αποφάσισαν την ενίσχυση των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για τα Σύνορα (Frontex), ειδικά στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Χρονοδιαγράμματα ετέθησαν και για τα οικονομικά θέματα που απασχόλησαν τη Σύνοδο. Πιο συγκεκριμένα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κάλεσαν το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομικών και το Ευρωκοινοβούλιο «να εκδώσουν την οδηγία για την ανάκαµψη και εξυγίανση των τραπεζών και την οδηγία για το σύστηµα εγγύησης των καταθέσεων έως το τέλος του έτους». Δεσμεύθηκαν επίσης ότι θα συμφωνήσουν επί της πρότασης της Κομισιόν για τον Ενιαίο Μηχανισµό Εξυγίανσης έως το τέλος του έτους, «ώστε να είναι δυνατή η έγκρισή της πριν από το τέλος της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου». Υπενθυμίζεται ότι το Βερολίνο θεωρεί ότι η μεταφορά της αρμοδιότητας για την εκκαθάριση ευρωπαϊκών τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως προτείνεται, προσκρούει τόσο στο Γερμανικό, όσο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Σημαντική για την Ελλάδα είναι και η επιβεβαίωση της δέσμευσης των Ευρωπαίων ηγετών ότι θα καταστεί δυνατή η απευθείας ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, χωρίς τα χρήματα αυτά να προσμετρώνται στο χρέος των οικείων κρατών. Μέσω αυτού του εργαλείου, η χώρα μας προσβλέπει στην ελάφρυνση μέρους του δημοσίου χρέους, το οποίο δημιουργήθηκε λόγω των δανείων που έλαβε η Αθήνα με σκοπό να ανακεφαλαιοποιήσει τις τράπεζες της. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες κάλεσαν το Eurogroup «να ολοκληρώσει τις κατευθυντήριες γραµµές για την άµεση ανακεφαλαιοποίηση από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας (ΕΜΣ), ώστε, µετά τη θέσπιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισµού, να έχει τη δυνατότητα ο ΕΜΣ να προβαίνει σε άµεση ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών».

Για τον Δεκέμβριο παραπέμφθηκαν επίσης τα σπουδαία αναφορικά με τη σύσταση ενός ειδικού «προϋπολογισμού της Ευρωζώνης», μέσω του οποίου θα παρέχεται στήριξη στα κράτη-μέλη της, ώστε να εφαρμόζουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Μέσω αυτού του εργαλείου, η Ελλάδα αναμένει πρόσθετη χρηματοδότηση, στο πλαίσιο του απόλυτου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών στην Ευρωζώνη. «Για την προώθηση ισχυρής και βιώσιµης οικονοµικής ανάπτυξης χωρίς αποκλεισµούς στη ζώνη του ευρώ, πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω ο συντονισµός των οικονοµικών πολιτικών, ιδίως µέσω της αύξησης του βαθµού δέσµευσης, οικείωσης και υλοποίησης των οικονοµικών πολιτικών και µεταρρυθµίσεων στα κράτη µέλη της ζώνης του ευρώ… Οι εργασίες για την ενίσχυση του συντονισµού των οικονοµικών πολιτικών θα συνεχιστούν, ώστε τον ∆εκέµβριο να ληφθούν αποφάσεις σχετικά µε τα κυριότερα στοιχεία των συµβατικών ρυθµίσεων και των συναφών µηχανισµών αλληλεγγύης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο κείμενο των Συμπερασμάτων.

Επιπλέον, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύθηκαν ότι από τις αρχές της νέας χρονιάς θα είναι διαθέσιμα τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, μέσω των οποίων η ΕΤΕπ θα αναλαμβάνει μέρος του κινδύνου/ρίσκου για την παροχή δανείων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Με τον τρόπο αυτό, εκτιμάται ότι θα αμβλυνθούν οι συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας που επικρατούν στην ελληνική αγορά, καθώς οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες ασφυκτιούν κάτω από το βάρος των διαρκώς αυξανόμενων μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο επαναλαµβάνει το αίτηµα για διεύρυνση των κοινών χρηματοδοτικών µέσων επιµερισµού του κινδύνου µεταξύ της Επιτροπής και της ΕΤΕπ για τη µόχλευση επενδύσεων υπέρ των ΜΜΕ από τον ιδιωτικό τοµέα και τις κεφαλαιαγορές, µε σκοπό την αύξηση του όγκου των νέων δανείων προς τις ΜΜΕ στο σύνολο της ΕΕ… Τα νέα µέσα θα πρέπει να τεθούν σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2014, ώστε να συμβάλλουν στην ανάκαµψη, στην καταπολέμηση της ανεργίας και στη μείωση του κατακερματισμού κατά τα πρώτα έτη υλοποίησης του χρηματοδοτικού πλαισίου».

Επίσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπενθύμισε ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν έτοιμα, μέχρι το τέλος του έτους, προγράμματα για τη χρήση των πόρων του Προγράμματος για την Απασχόληση των Νέων, ύψους 6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να σχεδιάσει αυτά τα προγράμματα εγκαίρως, ώστε να ξεκινήσουν εκταμιεύσεις από τον Ιανουάριο 2014, καθώς η ανεργία στους νέους της χώρας μας ξεπερνάει το 60%. Τέλος, η ολοκλήρωση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς αναβλήθηκε από τους ηγέτες για το 2015, απογοητεύοντας όσους ανέμεναν σημαντικά οικονομικά οφέλη από την αντιμετώπιση του φαινομένου του σημερινού κατακερματισμού του χώρου.

Το Ελληνικό Πρόγραμμα

Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής, επιβεβαιώθηκε πλήρως στη Σύνοδο Κορυφής η ανταπόκριση του «Παρατηρητηρίου», από το προηγούμενο Eurogroup, ότι οι ριζικά διαφορετικές εκτιμήσεις μεταξύ Τρόικας και ελληνικού οικονομικού επιτελείου, ενδεχομένως να εξελιχθούν σε μείζον πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Η προσπάθεια της Αθήνας για «πολιτική διαπραγμάτευση» επί του αιτήματος της τρόικας για πρόσθετα μέτρα, ώστε να επιτευχθούν οι συμφωνημένοι στόχοι του προϋπολογισμού του 2014 και να ξεπαγώσει η τρέχουσα αξιολόγηση του Προγράμματος Προσαρμογής προσέκρουσαν σε τοίχο, όπως άλλωστε προκύπτει από συγκλίνουσες πληροφορίες από τα κράτη-μέλη, την Κομισιόν και τους τεχνοκράτες του Eurogroup (EWG).  Χαρακτηριστική άλλωστε ήταν η δήλωση της Γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ, μετά το πέρας της Συνόδου Κορυφής: «Είχαμε μία συνάντηση πέντε λεπτών με τον Έλληνα πρωθυπουργό στο περιθώριο της Συνόδου του Λαϊκού Κόμματος. Δεν συζητήσαμε τις λεπτομέρειες του Προγράμματος. Η θέση της γερμανικής κυβέρνησης δεν έχει αλλάξει». Με άλλα λόγια, η γερμανική κυβέρνηση παραπέμπει το αίτημα της ελληνικής πλευράς να μη ληφθούν νέα μέτρα στους τεχνοκράτες της Τρόικας, ενώ πηγές του Βερολίνου αναφέρουν ότι «δεν είναι δουλειά της καγκελαρίου» να υποδείξει στην τρόικα ποιά και τί μέτρα θα ληφθούν και πώς θα επιτευχθούν οι συμφωνημένοι και καταγεγραμμένοι στο Μνημόνιο στόχοι. Η άκαμπτη αυτή στάση οδήγησε την Αθήνα σε υπαναχώρηση, καθώς η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ακόμη μεν ότι δεν πρόκειται να λάβει νέα οριζόντια μέτρα, αλλά δίνει έμφαση στη λέξη «οριζόντια», όχι στα «μέτρα».

Υπενθυμίζεται ότι η Τρόικα προσδιορίζει το δημοσιονομικό «κενό» στον προϋπολογισμό του 2014 μεταξύ ενός και δύο δισεκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα όμως με το οικονομικό επιτελείο της Αθήνας, το ποσό αυτό καθιστά εκ των πραγμάτων αναγκαία τη λήψη «οριζόντιων» μέτρων, κάτι που είναι πολιτικά αδύνατο και οικονομικά αντιπαραγωγικό και αχρείαστο. Η ελληνική κυβέρνηση αντιπροτείνει διαρθρωτικά μέτρα ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ. Αν η Τρόικα δεν αποδεχθεί αυτήν την αντιπρόταση, τότε, όπως με νόημα τόνισε ο Έλληνας υπουργός οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, στις Βρυξέλλες, «θα έχουμε πρόβλημα». Σημειώνεται τέλος ότι η επανέναρξη και η ολοκλήρωση της αξιολόγησης της Τρόικας αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να δρομολογηθούν οι δύσκολες αποφάσεις που καλούνται να λάβουν οι Ευρωπαίοι για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού στο ελληνικό πρόγραμμα από το καλοκαίρι του 2014 κι έπειτα.