Go to Top

Νίκος Χρυσολωράς: Τα ανοικτά μέτωπα της αξιολόγησης

Τη «συνηθισμένη» πλέον προτροπή προς την Ελλάδα να συνεχίσει την πιστή εφαρμογή του Προγράμματος Προσαρμογής και να επιταχύνει τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, απηύθυναν οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης, στις δύο συνεδριάσεις του Eurogroup, που πραγματοποιήθηκαν στις Βρυξέλλες, τον Νοέμβριο. «Αναγνωρίζουμε τις προσπάθειες και την πρόοδο που έχει συντελεστεί, αλλά η Ελλάδα οφείλει να κάνει περαιτέρω προσπάθειες και να κλείσει τα ανοικτά μέτωπα στην αξιολόγηση με την τρόικα. Είναι αναγκαίο να συνεχιστεί η αποφασιστική υλοποίηση του Προγράμματος», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Ολι Ρεν, μετά το Eurogroup της 22ας Νοεμβρίου. Μία εβδομάδα νωρίτερα, στις 14 Νοεμβρίου, ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Νταϊσελμπλουμ, είχε τονίσει ότι «το ποτήρι είναι μισογεμάτο, έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά η Ελλάδα οφείλει να κινητοποιηθεί άμεσα σε τέσσερα μέτωπα: πρώτον, στην εκπλήρωση των προαπαιτούμενων που εκκρεμούν για την εκταμίευση του υπολοίπου, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, από τη δόση που είχε εγκριθεί επί της αρχής τον Ιούλιο, δεύτερον, στην επίτευξη συμφωνίας με την τρόικα για το δημοσιονομικό κενό 2014-15, τρίτον, στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και, τέταρτον, στις ιδιωτικοποιήσεις».

Επισήμως, η χώρα μας συνεχίζει να απολαμβάνει της στήριξης των εταίρων της, όπως διεφάνη άλλωστε και από τη δημόσια αναγνώριση των προσπαθειών της, από τη Γερμανίδα Καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ, κατά την πρόσφατη συνάντησή της με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά. Ωστόσο, με δεδομένο ότι στο Eurogroup της 14ης Νοεμβρίου, επισημοποιήθηκε η έξοδος της Ιρλανδίας και της Ισπανίας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, ενώ οι φθινοπωρινές αξιολογήσεις των Προγραμμάτων της Κύπρου και της Πορτογαλίας, ολοκληρώθηκαν χωρίς προβλήματα, η πολύμηνη καθυστέρηση της ελληνικής αξιολόγησης, αλλά και η εκκρεμότητα στην εκπλήρωση των προαπαιτούμενων για την εκταμίευση του υπολοίπου, ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, από τη δόση που είχε εγκριθεί επί της αρχής τον Ιούλιο, καλλιεργούν και πάλι, αργά αλλά σταθερά, την εικόνα του «μαύρου προβάτου» για τη χώρα μας. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται μείζονος πολιτικής σημασίας στοίχημα να προσέλθει ο Έλληνας υπουργός οικονομικών, Γιάννης Στουρνάρας, στη συνεδρίαση του Eurogroup του Δεκεμβρίου (09/12), έχοντας κλείσει τουλάχιστον ένα από τα ανοικτά μέτωπα με την Τρόικα, οι επικεφαλής της οποίας καταφθάνουν στην Ελλάδα στις 2 Δεκεμβρίου.

Τα ανοικτά μέτωπα

Τα κυριότερα αγκάθια για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, έτσι όπως διαμορφώνονταν την τελευταία εβδομάδα του Νοεμβρίου, λίγο πριν την επιστροφή των ελεγκτικών κλιμακίων της Τρόικας στην Αθήνα είναι τα εξής:

Δημοσιονομικό κενό: Η Τρόικα δεν αποδέχεται το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατέθεσε η κυβέρνηση στη Βουλή, θεωρώντας ότι χρειάζονται πρόσθετες παρεμβάσεις ύψους 1,86 δισεκατομμυρίων ευρώ για να επιτευχθεί ο καταγεγραμμένος στο Μνημόνιο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ, το 2014. Η κυβέρνηση έχει προτείνει διορθωτικές παρεμβάσεις ύψους 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, αλλά η Τρόικα έχει αποδεχθεί μέχρι τώρα ότι οι παρεμβάσεις αυτές θα αποδώσουν 600 εκατομμύρια ευρώ. Πρόσθετη «τρύπα» ύψους 400 εκατομμυρίων ευρώ δημιουργείται και από τις απώλειες εσόδων λόγω της μείωσης του ΦΠΑ στην εστίαση, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τρόικας.

Νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα: Το Μνημόνιο προβλέπει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, για το 2015, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του πρωτογενούς πλεονάσματος τις επόμενες χρονιές. Η σχετική συζήτηση, όπως και αυτή για το νέο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα (μέχρι το 2017), δεν έχει καν ξεκινήσει με τους εκπροσώπους των δανειστών.

Πλειστηριασμοί πρώτης κατοικίας: Η Τρόικα πιέζει για άρση του μορατόριουμ στο τέλος του 2013, με μεταβατική περίοδο έξι μηνών και ειδικές διατάξεις για όσους πραγματικά ανήκουν σε κοινωνικά ευάλωτα στρώματα του πληθυσμού, το κόστος των οποίων θα επωμιστεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Η ελληνική κυβέρνηση αντιπροτείνει μεταβατική περίοδο τριών ετών και να επωμιστούν το κόστος από την προστασία των ευάλωτων πολιτών οι τράπεζες. Σημειώνεται πάντως ότι βασικός μέτοχος όλων των ελληνικών τραπεζών είναι το κράτος.

Μαζικές απολύσεις: Η Τρόικα ζητάει να εναρμονιστεί το καθεστώς των μαζικών απολύσεων με τα ισχύοντα στην υπόλοιπη Ευρώπη, στη βάση συγκριτικής μελέτης που ετοιμάζει το Παγκόσμιο Γραφείο Εργασίας (ILO) και να μην απαιτείται η υπογραφή του Υπουργού Εργασίας για να εγκρίνονται μαζικές απολύσεις. Η κυβέρνηση διαφωνεί, υπαναχωρώντας από προηγούμενες δεσμεύσεις της.

– Μεταρρυθμίσεις: Η Τρόικα ζητάει να εφαρμοστεί στο σύνολό της η Εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ για τις μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό. Η κυβέρνηση αποδέχεται να εφαρμοστεί περίπου το 70% αυτών των εισηγήσεων

– Κινητικότητα-απολύσεις στο Δημόσιο: Η Τρόικα απαιτεί μηνιαίες δεσμεύσεις για την κινητικότητα στο δημόσιο, ώστε να δώσει παράταση στην κυβέρνηση για την εκπλήρωση του στόχου της κινητικότητας 25.000 δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το τέλος του 2013. Δεν αποδέχεται να προσμετρηθούν στο στόχο των 4.000 απολύσεων από το δημόσιο, όσοι τυχόν αποχωρήσουν μετά την αναδιάρθρωση των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων (ΕΑΣ), διότι η εταιρεία ήταν προορισμένη για ιδιωτικοποίηση.

– Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ): Η Τρόικα απαιτεί άμεσο κλείσιμο της εταιρείας, με διατήρηση μόνο μίας εργοστασιακής μονάδας για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Η κυβέρνηση αντιπροτείνει αναδιάρθρωση της εταιρείας, με διατήρηση του εξαγωγικού της χαρακτήρα. Η Τρόικα είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί το σχέδιο της κυβέρνησης, υπό την αίρεση ότι αν η εταιρεία δεν καταστεί κερδοφόρα μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, τότε θα κλείσει. Η κυβέρνηση αποδέχεται μόνο να «επανεξετάσει» το θέμα μετά την παρέλευση του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

Οι υπόλοιπες αποφάσεις του Eurogroup και ECOFIN

Πέραν του συνηθισμένου ελληνικού «δράματος» οι Υπουργοί Οικονομικών της Ε.Ε συζήτησαν, στις συναντήσεις του Νοεμβρίου, την οικονομική κατάσταση στην Ε.Ε και την Ευρωζώνη και ενέκριναν τις ενστάσεις της Κομισιόν για τα προσχέδια των προϋπολογισμών που έθεσαν υπόψη των εταίρων τους, για πρώτη φορά φέτος, όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, πριν από την ψήφισή τους στα εθνικά κοινοβούλια, στο πλαίσιο της λεγόμενης «δίπτυχης δέσμης μέτρων» για την οικονομική διακυβέρνηση.

Υπενθυμίζεται ότι η Κομισιόν ζήτησε από την Ιταλία και την Ισπανία να λάβουν νέα μέτρα λιτότητας, προκειμένου να επιτύχουν τους συμφωνημένους στόχους για τη μείωση του χρέους και του ελλείμματος, η κάθε μία αντιστοίχως, για το 2014. Επίσης, εξέφρασε τον σκεπτικισμό της για το πόσο οι προϋπολογισμοί της Γαλλίας, της Ολλανδίας, της Μάλτας και της Φινλανδίας, ανταποκρίνονται στους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Υπενθυμίζεται ότι αν η Κομισιόν κρίνει ότι τα προσχέδια κρατικών προϋπολογισμών δεν συνάδουν με τις υποχρεώσεις των κρατών-μελών, τότε μπορεί να ζητήσει αλλαγές. Τα κράτη-μέλη δεν είναι υποχρεωμένα, τύποις, να ακολουθήσουν αυτές τις συστάσεις, αλλά αν δεν επιτύχουν τους δημοσιονομικούς στόχους, θα βρεθούν αντιμέτωπα με πρόστιμα έως 0,1% του ΑΕΠ τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε καταθέσει προσχέδιο προϋπολογισμού χωρίς την έγκριση της τρόικας και δηλώνει απροθυμία να συμμορφωθεί με συμφωνημένους δημοσιονομικούς στόχους του Μνημονίου, σίγουρα δεν βελτιώνει τη διαπραγματευτική της θέση, εν όψει των κρίσιμων διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, το προσεχές καλοκαίρι.

Τραπεζική Ένωση

Τέλος, σε ό,τι αφορά την συζήτηση για τον δεύτερο πυλώνα της ευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης, δηλαδή το ενιαίο καθεστώς εξυγίανσης και εκκαθάρισης των τραπεζών, το Συμβούλιο Οικονομικών Υποθέσεων (ECOFIN) του Νοεμβρίου δεν έλαβε ουσιαστικές αποφάσεις, ελλείψει και κυβέρνησης στη Γερμανία. Στόχος πάντως παραμένει να επιτευχθεί πολιτική συμφωνία επ’ αυτού του ζητήματος μέχρι το τέλος του έτους, ώστε να ολοκληρωθεί η σχετική νομοθετική διαδικασία πριν από τις ευρωεκλογές του προσεχούς Μαΐου. Εξ ου και δεν αποκλείεται να λάβει χώρα και μία ακόμη συνεδρίαση του ECOFIN, μετά τις 10 Δεκεμβρίου, που κανονικά είναι η τελευταία προγραμματισμένη συνάντηση των Ευρωπαίων Υπουργών Οικονομικών για φέτος.

Οι διαφωνίες που υπάρχουν εστιάζονται στα εξής ζητήματα:

Πρώτον, η Γερμανία θέλει να μεταθέσει την ημερομηνία έναρξης του νέου καθεστώτος «διάσωσης των τραπεζών με ίδια μέσα (bail in)» από το 2018 στο 2015. Υπενθυμίζεται ότι σήμερα προβλέπεται ένα ενδιάμεσο καθεστώς bail in, σύμφωνα με το οποίο όταν μία τράπεζα αντιμετωπίζει πρόβλημα, πρώτα απομειώνονται οι απαιτήσεις ομολογιούχων μειωμένης εξασφάλισης και μετόχων και στη συνέχεια μπορεί να προσφύγει στα δημόσια ταμεία. Από το 2018, όμως, το bail in θα ισχύει και για τους ανασφάλιστους καταθέτες, όσους δηλαδή έχουν λογαριασμούς μεγαλύτερους των 100.000 ευρώ. Με λίγα λόγια, θα εφαρμόζεται ευρέως το «κυπριακό μοντέλο». Το Βερολίνο επιθυμεί την επίσπευση του νέου συστήματος, ώστε όταν τελειώσουν τα stress test των ευρωπαϊκών τραπεζών, το 2014, να μη χρησιμοποιηθεί, ει δυνατόν, δημόσιο χρήμα για τη διάσωση όσων έχουν ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης, αλλά να πληγούν μέτοχοι, ομολογιούχοι και μεγαλοκαταθέτες. Όπως είναι αναμενόμενο, πολλά κράτη της Ευρωζώνης αντιδρούν έντονα, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα καλλιεργηθεί εκ νέου κλίμα αβεβαιότητας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το δεύτερο ανοιχτό μέτωπο αφορά τον ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης των τραπεζών και συγκεκριμένα το Εποπτικό Συμβούλιο που «θα πατάει το κουμπί», Παρασκευές απόγευμα, για να τεθεί μία οποιαδήποτε ευρωπαϊκή τράπεζα σε καθεστώς εκκαθάρισης. Η Γερμανία συμφωνεί πλέον να υπάρχει ένα ενιαίο Συμβούλιο Εκκαθάρισης, όμως δεν συναινεί να βρίσκεται υπό την αιγίδα της Κομισιόν, αλλά επιμένει αυτό το Συμβούλιο να αναφέρεται στο Ecofin, το οποίο θα έχει και τον τελικό λόγο για τη χρεοκοπία των τραπεζών. Ωστόσο, πολλά κράτη υποστηρίζουν ότι η σύγκλιση του Ecofin δεν είναι εύκολη υπόθεση και συνήθως οι αποφάσεις για την εκκαθάριση τραπεζών πρέπει να λαμβάνονται πολύ γρήγορα.

Το τρίτο ανοιχτό μέτωπο αφορά το εύρος του νέου ενιαίου μηχανισμού. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αφορά μόνο τις 130 περίπου συστημικές τράπεζες της Ευρώπης, οι οποίες θα τεθούν υπό την εποπτεία της ΕΚΤ από το 2014. Εντούτοις, το αντεπιχείρημα είναι ότι τα μεγάλα προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα στο παρελθόν προκλήθηκαν από μικρές και μεσαίες τράπεζες.

Το κυριότερο πρόβλημα, όμως, είναι ποιος «θα πληρώνει τον λογαριασμό» για χρεοκοπίες και εξυγιάνσεις τραπεζών. Η Γερμανία αντιτίθεται στην ιδέα να υπάρχει ενιαίο ευρωπαϊκό «ταμείο εξυγίανσης», το οποίο θα χρηματοδοτείται από τις συνδρομές όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών, ενώ στο μεταξύ (μέχρι να μαζέψει χρήματα), θα μπορεί να δανειστεί από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), ώστε να χρηματοδοτήσει προγράμματα εξυγίανσης. Το Βερολίνο υποστηρίζει ότι όταν μία τράπεζα έχει πρόβλημα, πρώτα θα πρέπει να γίνεται bail in ομολογιούχων, πιστωτών, μετόχων και μεγαλοκαταθετών, μετά να χρησιμοποιούνται τα διαθέσιμα των εθνικών ταμείων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στη συνέχεια, τα εθνικά ταμεία, αν εξαντλήσουν τους πόρους τους, να μπορούν να απευθύνονται στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, υποστηρίζει η αντίθετη άποψη, δεν επιτυγχάνεται ο στόχος της τραπεζικής ενοποίησης της Ευρώπης, να αποκατασταθεί, δηλαδή, η πολυδιάσπαση και η αβεβαιότητα, που έχουν ως συνέπεια την πιστωτική ασφυξία στα κράτη της περιφέρειας.