Go to Top

Χριστίνα Βασιλάκη: Η διαφθορά «ροκανίζει» την οικονομική ανάκαμψη

Την ώρα που η λιτότητα και το δόγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής σφίγγουν όλο και περισσότερο τον κλοιό γύρω από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαφθορά όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται επιτυχώς, ως βασική αιτία της κρίσης αλλά  συνεχίζει να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στο δρόμο προς την ανάκαμψη. Σύμφωνα με την πρώτη έκθεση της Κομισιόν για το φαινόμενο αυτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση που είδε το φως της δημοσιότητας την προηγούμενη εβδομάδα, η διασπάθιση δημόσιου χρήματος αδειάζει τα ταμεία κυρίως των ελλειμματικών χωρών ενώ και η επιχειρηματική δραστηριότητα βρίσκει τεράστια εμπόδια ανάπτυξης λόγω της διαφθοράς.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πάνω από τους μισούς πολίτες (56%) πιστεύουν το επίπεδο της διαφθοράς στη χώρα τους έχει αυξηθεί κατά τα τελευταία τρία χρόνια. Ένας στους δώδεκα Ευρωπαίους έχει βιώσει ή ήταν μάρτυρας σε περιστατικό διαφθοράς κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ τέσσερις στις δέκα ευρωπαϊκές εταιρείες θεωρούν ότι η διαφθορά αποτελεί εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Συγκεκριμένα, σε ερώτηση του Ειδικού Ευρωβαρόμετρου, που δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα με την έκθεση, σχετικά με το αν η διαφθορά αποτελεί πρόβλημα για την επιχειρηματική δραστηριότητα, το 50% των ερωτηθέντων από τον τομέα των κατασκευών και το 33% από τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών /πληροφορικής απάντησε ότι αποτελεί πρόβλημα σε «σοβαρό βαθμό». Όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση, τόσο πιο συχνά η διαφθορά και ο νεποτισμός εμφανίζονται ως πρόβλημα για την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Αντιμέτωποι με τη διαφθορά είναι πιο πιθανό να έρθουν οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην Τσεχική Δημοκρατία (71%), στην Πορτογαλία (68%), στην Ελλάδα και στη Σλοβακία (66% και για τις δύο).

Στην Ελλάδα -που αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά πρωταθλήτρια στη διαφθορά, παρά την επιμονή της Κομισιόν να μην προχωρήσει σε επίσημη κατάταξη των κρατών μελών- το 99% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι η διαφθορά αποτελεί διαδεδομένο πρόβλημα στη χώρα.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 89% των ερωτηθέντων επιχειρηματιών και το 80% των ερωτηθέντων του γενικού πληθυσμού πιστεύουν ότι η ευνοιοκρατία και η διαφθορά παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα (μέσος όρος ΕΕ: 73% και 69% αντίστοιχα). Επιπλέον, με βάση τον παγκόσμιο δείκτη ανταγωνιστικότητας 2013-2014 του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, η Ελλάδα κατατάσσεται 91η σε 148 χώρες, σημειώνοντας χαμηλή βαθμολογία όσον αφορά την ευνοιοκρατία στις αποφάσεις κρατικών λειτουργών και την εκτροπή δημόσιων πόρων.

Εκτός όμως από τον αποτρεπτικό προς τις επενδύσεις ρόλο που παίζει, η διαφθορά κοστίζει επιπλέον τεράστια ποσά στο ελληνικό δημόσιο. Συγκεκριμένα, η διαφθορά μικρής κλίμακας υπολογίστηκε ότι το 2011 κόστισε στην Ελλάδα 554 εκατ. ευρώ, ενώ η επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό από δημόσιες συμβάσεις που αποτελούν προϊόν διαφθοράς είναι εξαιρετικά σημαντική. Η έκθεση αναφέρει ως παράδειγμα τις παράνομες πληρωμές από ξένη επιχείρηση, χωρίς να την κατονομάζει, σε στελέχη των δύο πολιτικών κομμάτων που άσκησαν την εξουσία κατά τις περιόδους 1996-2004 και 2004-2009 με αντάλλαγμα, σύμφωνα με τις καταγγελίες, την εξασφάλιση δημόσιων συμβάσεων που είχαν ως αποτέλεσμα  ζημίες ύψους 2 εκατ. Ευρώ για το ελληνικό δημόσιο.

Αξιολογώντας τις κινήσεις της Ελλάδας για τη διασφάλιση διαφάνειας στις δημόσιες συμβάσεις, η έκθεση υπογραμμίζει ότι παρά την ανάληψη διαφόρων νομοθετικών πρωτοβουλιών, οι αδυναμίες σε αυτόν τον τομέα δεν αντιμετωπίστηκαν πλήρως, ιδίως όσον αφορά την κατάτμηση της εποπτείας, την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων και την ανάγκη βελτίωσης του επιπέδου επιβολής της νομοθεσίας. Επιπλέον, αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται συστηματικά οι δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων στις διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων, ιδίως σε τοπικό επίπεδο.

Όσον αφορά τις καλές πρακτικές, πέρα από τη θέσπιση της «Διαύγειας» -νόμου που προβλέπει την υποχρεωτική δημοσίευση όλων των δημόσιων οργανισμών και δημόσιων συμβάσεων στο Διαδίκτυο- που αναγνωρίζεται ως σημαντικό βήμα διαφάνειας, σημειώνεται ότι το τελευταίο διάστημα έχει ξεκινήσει μεγάλος αριθμός ερευνών για καταγγελίες διαφθοράς και συγκεκριμένα γίνονται αναφορές στη φυλάκιση του πρώην υπουργού Άμυνας, Άκη Τσοχατζόπουλου, και του πρώην δημάρχου Θεσσαλονίκης, Βασίλη Παπαγεωργόπουλου, ως θετικά βήματα.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη διαφθορά στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Πέρα από τα γνωστά «φακελάκια», τα οποία αναφέρονται ως περιπτώσεις διαφθοράς ήσσονος σημασίας, γίνεται λόγος για υποθέσεις μεγάλης κλίμακας σε θέματα σχετικά με την πιστοποίηση και την προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού, καθώς και την έγκριση και την προμήθεια φαρμακευτικών προϊόντων. Αναφέρεται μάλιστα παράδειγμα τέτοιας υπόθεσης που αφορούσε ιατρικό εξοπλισμό και κόστισε σε δημόσια κονδύλια 11,2 εκατ. ευρώ χωρίς να λειτουργήσει ποτέ πλήρως.

Οι πρακτικές που διευκολύνουν τη φοροδιαφυγή και συνεπάγονται σημαντικό κόστος για το ελληνικό κράτος, δε θα μπορούσαν να λείπουν από την έκθεση. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες για την ανάπτυξη της παραοικονομίας υπολογίστηκε ότι το κόστος αυτό έφτασε το 2012 σε επίπεδα της τάξης του 24,3 % του ΑΕΠ. Επίσης, γίνεται λόγος για αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να εισπράξει τα πρόστιμα που επιβάλλονται για φοροδιαφυγή: σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΣΔΟΕ που μεταφέρει η έκθεση, μόνο το 20% αυτών εισπράττεται ενώ το 40 % συνήθως διαγράφεται και το υπόλοιπο 40 % κατακρατείται από τους αρμόδιους για τη διαδικασία εφοριακούς υπαλλήλους. Σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, σε περιπτώσεις επιστροφών φόρου, το 10 % του ποσού υπεξαιρείται επίσης από διεφθαρμένους υπαλλήλους. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη λίστα Λαγκάρντ για την οποία η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, ενώ επίσης αναφέρεται ότι το ΣΔΟΕ διενεργεί αυτή τη στιγμή έρευνα για τα περιουσιακά στοιχεία 54 εν ενεργεία και πρώην πολιτικών.

Η έκθεση που σκοπό έχει κυρίως να δώσει οδηγίες για την επιτυχή καταπολέμηση της διαφθοράς σε όλες τις χώρες της ΕΕ, επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει σημαντικές δεσμεύσεις σε αυτόν τον τομέα στο πλαίσιο των Μνημονίων για την υλοποίηση των οποίων προσφέρεται στήριξη από την Task Force της Επιτροπής. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η θέσπιση αποτελεσματικών πολιτικών για την καταπολέμηση της διαφθοράς, η μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης, κυρίως όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις και η εφαρμογή στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης για συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ σχέδια. Εντοπίζονται μάλιστα συγκεκριμένοι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη διαφθορά, στη δέσμευση της Ελληνικής κυβέρνησης για ταχεία και μεγάλης κλίμακας ιδιωτικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, επισημαίνοντας την ανάγκη για ανεξάρτητη παρακολούθηση.

Βρείτε ολόκληρη την έρευνα εδώ και στοιχεία σχετικά με τη διαφθορά στην Ελλάδα εδώ.