Go to Top

Χριστίνα Βασιλάκη: Τον Μάιο η εκταμίευση της δόσης-κάλυψης των δανειακών αναγκών ύψους 8,8 δις.

Με συστάσεις προς την Ελλάδα για γρήγορη διευθέτηση των ανοιχτών θεμάτων και κλείσιμο της αξιολόγησης πριν από το τέλος της εβδομάδας ολοκληρώθηκε το συμβούλιο των υπουργών οικονομικών της Ευρωζώνης της 10ης Μαρτίου 2014.

Όπως δήλωσε μετά το τέλος της συνεδρίασης ο επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, «υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα μεταξύ Τρόικας και ελληνικών αρχών σε δημοσιονομικό επίπεδο, σε τραπεζικό και σε επίπεδο διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» χωρίς όμως να θέλει να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες. «Είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης να ολοκληρωθεί η αποστολή το συντομότερο δυνατό», τόνισε ο ίδιος. Πάντως, τόσο ο Γερούν Ντάισελμπλουμ όσο και ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Όλι Ρεν, σημείωσαν ότι «υπάρχει πρόοδος στις διαπραγματεύσεις», που επιτρέπει «συγκρατημένη αισιοδοξία» για επίτευξη συμφωνίας πριν από το τέλος της εβδομάδας.

Σχετικά με το κρίσιμο θέμα των τεστ αντοχής των ελληνικών τραπεζών, ο επικεφαλής του Eurogroup υπογράμμισε ότι η διενέργεια των στρες τεστ είναι «αποκλειστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδας», επισημαίνοντας ωστόσο πως το φθινόπωρο οι ελληνικές τράπεζες θα κριθούν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τους ίδιους όρους που θα κριθούν και οι άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Χαιρέτισε, επίσης, το γεγονός ότι δύο συστημικές Ελληνικές τράπεζες εχουν στραφεί στις αγορές για την ανακεφαλαιοποιήσή τους για ποσό μάλιστα που ξεπερνάει τις ανάγκες που ανέδειξαν τα πρόσφατα στρες τεστ.

Τέλος, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Κλάους Ρέγκλινγκ, επεσήμανε ότι το ακριβές ύψος της δόσης και το χρονοδιάγραμμα της εκταμίευσης δεν έχουν οριστεί ακόμη, καθώς εξαρτώνται άμεσα από την έκβαση της αποστολής στην Αθήνα. Υπενθύμισε δε ότι απομένουν ακόμη 10,1 δισ.  προς εκταμίευση στο ταμείο του Ευρωπαϊκού προγράμματος.

Σημειώνεται ότι στα μέσα Μαΐου η Ελλάδα καλείται να εξυπηρετήσει λήξεις ομολόγων ύψους περίπου 8,8 δισ., ποσό που θα λάβει από τους δανειστές μόλις -και εφόσον- ολοκληρωθεί η παρούσα αξιολόγηση με θετικό πρόσημο.

«Δεν ξέρω πόσο θα είναι η δόση και πώς θα εκταμιευθεί, πάντως θα καλύπτει πλήρως τις δανειακές μας ανάγκες για το Μάιο», σχολίασε από τη μεριά του,  ο Έλληνας υπουργός οικονομικών. Ο χρόνος, ωστόσο, δεν είναι άπλετος, καθώς όπως έχει τονιστεί πολλάκις από Ευρωπαίους αξιωματούχους, η διαδικασία εκταμίευσης δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς την επικύρωση της αξιολόγησης από το Eurogroup της 1ης Απριλίου στην Αθήνα ή -ως έσχατη λύση- από την Ομάδα Εργασίας του Eurogroup, κάτι που δεν επιβεβαίωσε ο επικεφαλής του Eurogroup.

Όσον αφορά τα ανοιχτά μέτωπα της διαπραγμάτευσης, αυτά εντοπίζονται στα εξής:

–          Την εφαρμογή του 100% των μεταρρυθμίσεων της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ και κυρίως αυτές που αφορούν τη διάρκεια του φρέσκου γάλατος και την πώληση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων σε σούπερ μάρκετ.

–          Την αλλαγή του νόμου για τις ομαδικές απολύσεις, οι οποίες συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης μετά την πρόταση που απέστειλε ο υπουργός Εργασίας, Γιάννης Βρούτσης, στην Τρόικα, η οποία δεν περιλαμβάνει νομοθετική ρύθμιση.

–          Μια σειρά δευτερευόντων θεμάτων που αφορούν τα εργασιακά, όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3,9% -με την Τρόικα να επιμένει να γίνει μόνο από την πλευρά της εργοδοσίας- αλλά και την αλλαγή της νομοθεσίας για τις απεργίες.

–          Η κατάργηση κάποιων φόρων υπέρ τρίτων.

–          Το δημοσιονομικό κενό του 2014, το οποίο το υπουργείο οικονομικών επιμένει πως δεν υφίσταται.

 

ECOFIN: Χωρίς συμφωνία σε επίπεδο υπουργών η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης

Χωρίς συμφωνία αλλά με ανανεωμένη εντολή διαπραγμάτευσης προς την Ελληνική προεδρία έληξε το ECOFIN της 11ης Μαρτίου. Ο Γιάννης Στουρνάρας, από τη θέση του προεδρεύοντος του συμβουλίου υπουργών οικονομικών της ΕΕ χαρακτήρισε τις συζητήσεις εντός του συμβουλίου «εκτενείς και δύσκολες», αναγνωρίζοντας ότι οι συμβιβαστικές προτάσεις της Ελληνικής προεδρίας δεν έγιναν αποδεκτές στο σύνολό τους. Ωστόσο,  αποφασίστηκε να μεταβεί την επομένη ο ίδιος μαζί με τον επικεφαλής του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, στο Στρασβούργο προκειμένου να συναντηθεί με τη διαπραγματευτική ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να γίνει μια εκ νέου προσπάθεια σύγκλισης  θέσεων.

Ο χρόνος πιέζει όλο και πιο ασφυκτικά, αφού όλες οι πλευρές έχουν δηλώσει ότι επιθυμούν να γίνει πραγματικότητα η ευρωπαϊκή τραπεζική ενοποίηση πριν από τη λήξη της παρούσας θητείας του Ευρωκοινοβουλίου, δηλαδή μέχρι τα μέσα Απρίλη και την τελευταία ολομέλειά του. Ο κ. Στουρνάρας απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο να γίνει έκτακτο  ECOFIN πριν από την ερχόμενη Σύνοδο Κορυφής, δηλαδή στις 20-21 Μαρτίου 2014.

«Η έκβαση των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί από την πολιτική βούληση των εμπλεκόμενων πλευρών», επεσήμανε ο Έλληνας υπουργός, ωστόσο, η κατάσταση δε φαίνεται να ξεμπλοκάρει καθώς τόσο το Ευρωκοινοβούλιο δείχνει να εμμένει στην απόφασή του να μην προχωρήσει σε μια «μη καλή συμφωνία», ενώ σε επίπεδο Συμβουλίου υπάρχουν ακόμη αντικρουόμενες θέσεις.

Τα δύο βασικά «αγκάθια» στις διαπραγματεύσεις αφορούν τον δεύτερο πυλώνα της τραπεζικής ενοποίησης, τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης, και έχουν ως εξής:

–          Ο χρόνος κεφαλαιοποίησης και αμοιβαιοποίησης του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης. Το Ευρωκοινοβούλιο επιθυμεί να αμοιβαιοποιηθούν οι πόροι του ταμείου στα τρία χρόνια ζωής του, ενώ η αρχική θέση του Συμβουλίου μιλούσε για πλήρη κεφαλαιοποίηση και αμοιβαιοποίηση στα 10 χρόνια, καθώς και για την ύπαρξη εθνικών υπο-ταμείων. Η πρόταση για επιτάχυνση της ενοποίησής τους γίνεται μεν αποδεκτή, ωστόσο ορισμένα κράτη-μέλη επιθυμούν να επιταχυνθεί αντίστοιχα και η κεφαλοποιήση του ταμείου, κάτι που οι μικρότερες χώρες με πιο αδύναμο τραπεζικό τομέα δεν έχουν τη δυνατότητα να δεχτούν.

–          Η ανώτατη αρχή λήψης αποφάσεων σχετικά με το πότε μια τράπεζα είναι προβληματική. Η αρχική πρόταση του Συμβουλίου εμπλέκει άμεσα τα κράτη-μέλη σε αυτή τη διαδικασία, κάτι που το Ευρωκοινοβούλιο απορρίπτει εμμένοντας ότι η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται από μια ανεξάρτητη αρχή, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και την ευθύνη του «λουκέτου» να την έχει μόνο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κλειδί στη συγκεκριμένη συμβιβαστική πρόταση αποτελεί μια ρήτρα «δημόσιου συμφέροντος», να μπορεί δηλαδή να επεμβαίνει το Συμβούλιο σε έκτακτες περιστάσεις.