Go to Top

Χριστίνα Βασιλάκη: Ο ΟΟΣΑ Προειδοποιεί για τον Κίνδυνο του Αποπληθωρισμού

Το ρίσκο του αποπληθωρισμού, η υψηλή ανεργία -ιδίως για τους νέους- και οι συνεχώς διευρυνόμενες ανισότητες μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης παραμένουν, καθώς η οικονομική ανάκαμψη δείχνει τα πρώτα της σημάδια, αναφέρει ο ΟΟΣΑ στην τελευταία του έκθεση.

«Η Ευρωζώνη βγήκε από την ύφεση το δεύτερο τρίμηνο του 2013, μετά από έξι τρίμηνα συνεχούς μείωσης του ΑΕΠ», συνοψίζει η οικονομική μελέτη του διεθνούς οργανισμού που είδε το φως της δημοσιότητας την περασμένη εβδομάδα. Η έκθεση υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη έχει αποκατασταθεί με φόντο τις Άμεσες Νομισματικές Συναλλαγές (OMT, Πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ανακοινώθηκε το 2012), την πρόοδο στη δημοσιονομική εξυγίανση, τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξισορρόπηση του εξωτερικού ισοζυγίου, ενώ σημειώνει ότι έγιναν σημαντικά βήματα προς τα εμπρός όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του συστήματος εποπτείας των τραπεζικών συναλλαγών. «Ωστόσο», υπογραμμίζει η έκθεση, «οι διαφορές παραμένουν αρκετά μεγάλες, ιδίως στην αγορά εργασίας, η οποία υστερεί σε σχέση με την οικονομική ανάκαμψη: το ποσοστό ανεργίας στη Γερμανία αγγίζει το χαμηλό επίπεδο-ρεκόρ του 5%, αλλά υπερβαίνει το 25% στην Ισπανία και την Ελλάδα, ενώ στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών η ανεργία των νέων είναι τουλάχιστον διπλάσια από το γενικό ποσοστό».

Σε σχέση με τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού ή μιας παρατεταμένης περιόδου πολύ χαμηλού πληθωρισμού, η έκθεση αναφέρει: «ο μεγάλος βαθμός οικονομικής δυσπραγίας ασκεί επίμονες πτωτικές πιέσεις στον πληθωρισμό, ο οποίος είναι πολύ κάτω από τον ποσοτικό ορισμό της σταθερότητας των τιμών της ΕΚΤ», δηλαδή χαμηλότερος του 2%. Σε περίπτωση που η τάση αυτή συνεχιστεί, η έκθεση συμβουλεύει την ΕΚΤ να προχωρήσει σε «επιπλέον μη συμβατικά μέτρα», ενώ υπογραμμίζει πως ήδη οι Ελλάδα, Κύπρος και Ισπανία βιώνουν τον αποπληθωρισμό.

Παρά τις παραπάνω διαπιστώσεις, η μελέτη του ΟΟΣΑ παραμένει στη γραμμή της δημοσιονομικής «εγκράτειας» των χωρών της Ευρωζώνης, συνιστώντας τη διατήρηση των σφιχτών κρατικών προϋπολογισμών.

Συγκεκριμένα συνιστά:

  • Να συνεχίσουν τα μέλη του ευρώ τη δημοσιονομική εξυγίανση, τηρώντας τις απαιτήσεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως έχει σχεδιαστεί, επιτρέποντας στους αυτόματους σταθεροποιητές να λειτουργήσουν πλήρως.
  • Να σχεδιάσουν τη δημοσιονομική εξυγίανση ώστε να ευνοηθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση.
  • Να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των ενισχυμένων κανόνων της ΕΕ και του δημοσιονομικού συμφώνου στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, συμπεριλαμβανομένων των μεσοπρόθεσμων προϋπολογισμών, των προβλέψεων για μελλοντικές δαπάνες και έσοδα και των αποτελεσματικών μηχανισμών διόρθωσης των αποκλίσεων από τους δημοσιονομικούς στόχους.

 

Τραπεζική ενοποίηση

Πρόοδο στη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού εποπτείας των τραπεζών διαπιστώνει η έκθεση, κρούοντας ωστόσο τον κώδωνα του κινδύνου σχετικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Όπως αναφέρει, τα «κόκκινα» δάνεια που επιβαρύνουν τους ισολογισμούς των τραπεζών αποτελούν βασικό κίνδυνο για την εύθραυστη οικονομία της περιοχής.

«Η κρίση αφήνει την Ευρώπη με υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, κατακερματισμένες κεφαλαιακές αγορές και αρνητική αλληλεπίδραση μεταξύ των αρχών και των τραπεζών», σημειώνει, και συνεχίζει: «Σημαντικά δημόσια κεφάλαια έχουν δαπανηθεί για να σωθούν οι τράπεζες που κινδύνευαν με πτώχευση σε ορισμένες χώρες, ενώ οι ιδιώτες πιστωτές έχουν υποστεί μικρότερες απώλειες».

Όσον αφορά τα επερχόμενα τεστ αντοχής (stress-tests) των ευρωπαϊκών τραπεζών, η έκθεση τονίζει την ανάγκη για αξιόπιστα αποτελέσματα και χαιρετίζει «την ίδρυση σταθερών θεσμικών οργάνων που προωθούν την αμερόληπτη αξιολόγηση των κινδύνων στις χρηματοπιστωτικές αγορές».

Μεταξύ των συστάσεων σχετικά με την τραπεζική ενοποίηση είναι η διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης στη διαδικασία bailin των τραπεζικών πιστωτών σε όλα τα κράτη, έτσι ώστε να αποφευχθεί να γίνει πολύπλοκη η διαδικασία επίλυσης των τραπεζών και να μην υπάρξουν επιπτώσεις στη χρηματοδότησή τους, καθώς και η διασφάλιση της ελαχιστοποίησης της εθνικής εμπλοκής στον καθορισμό των όρων επίλυσης.

 

Χρέος

«Για πρώτη φορά από το ξέσπασμα της κρίσης, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ έχει περίπου σταθεροποιηθεί στις περισσότερες χώρες της ζώνης του ευρώ, χάρη στις σημαντικές προσπάθειες εξυγίανσης κατά τα τελευταία δύο ή τρία χρόνια», αναφέρει η έκθεση τονίζοντας ωστόσο ότι «τα επίπεδα του χρέους παραμένουν υπερβολικά υψηλά σε πολλές χώρες της ζώνης του ευρώ, πολύ πάνω από το 60% του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ως εκ τούτου συνιστά σε αρκετά κράτη να προχωρήσουν πιο δυναμικά με τη δημοσιονομική εξυγίανση προκειμένου να σταθεροποιηθεί το χρέος τους στο 60% του ΑΕΠ. Όσον αφορά συγκεκριμένα την Ελλάδα, ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), Ανχελ Γκουρία, κατά την παρουσίαση της μελέτης στις Βρυξέλλες αναφέρθηκε στο χρέος της, το οποίο ανέρχεται στο 170% και είναι «εξαιρετικά δύσκολο» να ανταποκριθεί στις προβλέψεις που θέλουν μείωσή του στο 120%. «Η πρόβλεψη», είπε, «ήταν βασισμένη σε πολύ πιο υψηλή ανάπτυξη, γεγονός που αυτή τη στιγμή δεν συμβαίνει, οπότε πρέπει να ξανακοιτάξουμε το χρέος με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα».