Go to Top

Χριστίνα Βασιλάκη: Ο Φαύλος Κύκλος του Αποπληθωρισμού και των Μεταρρυθμίσεων στην Αγορά Εργασίας

Ο Φαύλος Κύκλος του Αποπληθωρισμού και των Μεταρρυθμίσεων στην Αγορά Εργασίας

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έπεσε στο 0,5% τον Μάιο, από 0,7% που ήταν τον Απρίλιο και πολύ πιο κάτω από τον δεδηλωμένο στόχο του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ανταποκρινόμενη στην περίσταση, η ΕΚΤ ανακοίνωσε μια σειρά μέτρων που θα δώσουν ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη της Ευρωζώνης, προκειμένου να μην γίνει η «επόμενη Ιαπωνία» όσον αφορά τον αποπληθωρισμό. Το πρώτο βήμα ήταν η μείωση του επιτοκίου αναφοράς σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αφού το επιτόκιο αναχρηματοδότησης μειώθηκε από 0,25% σε 0,15%.

Παρά τις καλοπροαίρετες αυτές δράσεις, οι απαραίτητες συνθήκες για τον μακροπρόθεσμο αποπληθωρισμό έχουν ήδη σταθεροποιηθεί στην Ευρωζώνη. Τα παρατεταμένα υψηλά ποσοστά ανεργίας που οδηγούν σε χαμηλή καταναλωτική ζήτηση αντικατοπτρίζονται στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της Ευρωζώνης, η οικονομία της οποίας παρουσίασε μεγέθυνση μόλις 0,2% στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αρέσκονται να τονίζουν, με κάθε ευκαιρία, την παρατηρούμενη πτωτική τάση της ανεργίας, τη στιγμή που κατά τον μήνα Απρίλιο ο αριθμός των ανέργων ξεπερνούσε τα 18,75 εκατομμύρια.

Μολονότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι συναινούν στο γεγονός ότι η ανεργία -και ιδίως η επίμονη διαρθρωτική ανεργία των νέων- είναι μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή, η καταπολέμησή της στην πραγματικότητα ενέχει τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε ακόμη μία «συστημική φούσκα» της Ευρωζώνης, με δραματικές επιπτώσεις στο μακροοικονομικό της μέλλον.

Με άλλα λόγια, η πρωτόγνωρη αύξηση των ποσοστών ανεργίας στην ΕΕ έχει δεχθεί ομόφωνη και μαζική κατακραυγή από τους φορείς χάραξης πολιτικής στην εθνική και τη διεθνή σκηνή, από τους πλέον σημαίνοντες οικονομολόγους στοχαστές και τα ιδρύματα, καθώς και από την ευρωπαϊκή διανόηση και τα εργατικά κινήματα σε ολόκληρη την ήπειρο. Μολαταύτα, η εν λόγω συναίνεση δεν συνέβαλε ώστε να να έρθει η Ευρώπη πιο κοντά σε μια ουσιαστική επίλυση της κρίσης. Η αιτία γι’ αυτό έχει να κάνει με τις αντικρουόμενες προσεγγίσεις, οι οποίες εξυπηρετούν διαφορετικά συμφέροντα – όχι κατ’ ανάγκη αυτά των ανέργων.

«Ελαστικοποίηση»

Το τελευταίο διάστημα, οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις εμφανίζονται «αποφασισμένες» να μην επιτρέψουν να γίνουν οι νέοι άνεργοι Ευρωπαίοι η «χαμένη γενιά» της Ευρώπης. Συμφωνούν ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε κοινωνικές αναταραχές και θα οδηγούσε αναπόδραστα στην κατάρρευση το ενιαίου νομίσματος, η διατήρηση του οποίου έχει αναχθεί στην πρώτη και κύρια προτεραιότητά τους.

Η μέχρι τώρα προσέγγιση στην αντιμετώπιση των χρόνιων επιπέδων ανεργίας θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ακόλουθη φράση: «κάνοντας τις απολύσεις ευκολότερες, οι προσλήψεις γίνονται λιγότερο δύσκολες». Σε παρόμοιο ύφος, η έκθεση Outlook on the Global Agenda 2014 του εξέχοντος Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) τονίζει ότι είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί η κρίση απασχόλησης, ενώ θα πρέπει παράλληλα να αποφευχθούν οι τάσεις οικονομικού προστατευτισμού. Το λεγόμενο «γερμανικό μοντέλο», το οποίο βασίζεται στην επιτυχή μείωση της ανεργίας μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, μπορεί κάλλιστα να μεταφραστεί σε ένα καλοσχεδιασμένο καθεστώς απορρύθμισης της αγοράς εργασίας μέσω της υποβάθμισης του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας.

Από αριθμητική άποψη, η εν λόγω προσέγγιση φαίνεται να δουλεύει. Η Αυστρία, η χώρα με τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρωζώνη (αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο 4,8% σύμφωνα με τη Eurostat), είναι παράλληλα η χώρα διατηρεί τον δείκτη του ΟΟΣΑ με τίτλο «Προστασία των μόνιμων εργαζομένων έναντι των ατομικών ή συλλογικών απολύσεων» στο 1,94 για το έτος 2013, ήτοι το χαμηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη και πολύ πιο χαμηλό από τον μέσο όρο (2,29 στις χώρες του ΟΟΣΑ).

Σε αυτό το πλαίσιο και προκειμένου να αντιμετωπίσει την υψηλότατη ανεργία που αγγίζει επίπεδα ρεκόρ, η πληγείσα από την κρίση Ισπανία εισήγαγε το 2012 συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα αισθητή μείωση του δείκτη προστασίας της απασχόλησης (2,28 το 2013, σε σύγκριση με το 2,69 του 2008). Όπως τονίζει και μία έκθεση του ΟΟΣΑ, «οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν βελτιώσει την dejureελαστικότητα του συστήματος συλλογικής διαπραγμάτευσης», ενώ παράλληλα «έχουν μειώσει σημαντικά την ακαμψία της ισπανικής νομοθεσίας που αφορά στις απολύσεις».

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων, ολοένα και περισσότεροι τύποι μη συμβατικών εργασιακών σχέσεων δημιουργούνται ή χρησιμοποιούνται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, όπως για παράδειγμα οι συμβάσεις ωραρίων μηδενικού διασφαλισμένου χρόνου (zero-hourcontracts) ή η μετοχική ιδιότητα των εργαζομένων (Ηνωμένο Βασίλειο), το συμβόλαιο για τη νεολαία (Ελλάδα, youthcontract), οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (Γερμανία, Πολωνία), οι συμφωνίες για την εργασία που εκτελείται εκτός της εργασιακής σχέσης (Σλοβακία) και το συμβόλαιο τριετούς εκπαίδευσης (Ισπανία).

Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κεντρικές τράπεζες και η πεποίθησή τους ότι η ρύθμιση της αγοράς εργασίας οδηγεί σε πληθωριστικές τάσεις, κρύβονται πίσω από την εμμονή τους με την «ελαστικοποίηση». Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προκρίνει τη σταθερότητα των τιμών έναντι της εργασιακής σταθερότητας. Ωστόσο, όπως παρατηρεί και η BernadetteSegol, Γενική Γραμματέας της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων, «η σταθερότητα των ονομαστικών μισθών λειτουργεί επίσης ως βάση αναφοράς για ολόκληρη την οικονομία. Εάν το οικοδόμημα των ονομαστικών μισθών δεν μπορεί να γκρεμιστεί, τότε δεν μπορούν να πέσουν ούτε οι τιμές, με συνέπεια η οικονομία να μην μπορεί να εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο παράλληλης μείωσης τόσο των μισθών όσο και των τιμών. Αυτό θα έπρεπε να είναι το πρωταρχικό μέλημα κάθε κεντρικής τράπεζας».

Οικονομική ανάκαμψη δίχως λιτότητα

Τόσο η ανεργία, όσο και ο αποπληθωρισμός και η ύφεση επηρεάζονται κατά κύριο λόγο από τα μέτρα σκληρής λιτότητας που έχουν επιβληθεί στα κράτη που επλήγησαν από την κρίση. Μία εναλλακτική λύση που προτείνουν διάφοροι προοδευτικοί οικονομικοί στοχαστές, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η στασιμότητα ιαπωνικού τύπου που ταλανίζει τις ευρωπαϊκές οικονομίες, αφορά στην αύξηση των δημόσιων επενδύσεων στην ΕΕ κατά 2% ετησίως, μεταξύ των ετών 2015 και 2019. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις επενδύσεις μπορούν να στηριχθούν στις προτεραιότητες που είχαν θέσει στο παρελθόν η ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, επαναφέροντας στην ημερήσια διάταξη τους στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Με βάση τα στατιστικά στοιχεία που έχει παρασχέσει το Οικονομικό Συμβούλιο του Εργατικού Κινήματος (ECLM), το ως άνω επενδυτικό σχέδιο θα οδηγούσε σε αύξηση της απασχόλησης προσφέροντας εργασία σε περισσότερους από 1,7 εκατομμύρια ανθρώπους το 2015, φθάνοντας σχεδόν τα έξι εκατομμύρια το 2019. Επίσης, το 2019 το ΑΕΠ μπορεί να αυξηθεί κατά 5% σχεδόν, σε αντιδιαστολή προς το σενάριο που δεν περιλαμβάνει το επενδυτικό σχέδιο.

Όπως υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι του εργατικού κινήματος, ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος του επενδυτικού σχεδίου θα επηρεάσει επίσης την αξία της ελαστικότητας, καθώς η οικονομία θα συγκλίνει προς ένα νέο σημείο ισορροπίας με μικρότερες ενεργειακές απαιτήσεις. Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το επενδυτικό σχέδιο θα δημιουργήσει από 7,2 έως 11 εκατομμύρια νέες θέσεις πλήρους απασχόλησης, ανάλογα με την τιμή του πολλαπλασιαστή. Επιπρόσθετα, η αύξηση του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα του επενδυτικού σχεδίου εκτιμάται μεταξύ 312 και 390 δις ευρώ. Παρομοίως, τα φορολογικά έσοδα και οι ασφαλιστικές εισφορές θα αυξηθούν αισθητά.

Εν γένει, την ώρα που οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν ότι «τα χειρότερα από την κρίση της Ευρωζώνης έχουν παρέλθει», ωστόσο «χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμη» -πράγμα που μεταφράζεται σε περισσότερη λιτότητα και βίαιη δημοσιονομική εξυγίανση- η νεολαία της ΕΕ αγωνίζεται ανάμεσα στην απελπισία και τη χρόνια έλλειψη παραγωγικότητας. Την ίδια στιγμή, η επιμονή σε αυτή την προσέγγιση συνεπάγεται ότι η Ευρωζώνη διατρέχει τον κίνδυνο να εισέλθει σε μια φάση χρόνιας στασιμότητας που ενδέχεται να διαρκέσει δεκαετίες, ενώ η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι μια πολιτική στάση ευνοϊκότερη για την απασχόληση δεν συνεπάγεται απαραιτήτως ότι θα είναι σε βάρος της σταθερότητας των τιμών.